Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

Κείμενα προσυνεδριακού διαλόγου: η Διακήρυξη Αρχών και το πλαίσιο προγραμματικών Θέσεων

Eνόψει του 1ου Συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ, που θα διεξαχθεί από τις 10 έως τις 14 Ιουλίου, σύμφωνα με την απόφαση της ΚΕ προ ημερών.
Κατεβάστε τα κείμενα σε μορφή pdf για ευκολότερη ανάγνωση/εκτύπωση.
1ο  Συνέδριο του
ΣΥΡΙΖΑ - ΕΚΜ
Θέσεις της Κεντρικής Επιτροπής
Διακήρυξη αρχών και πλαίσιο προγραμματικών θέσεων
Ποιοι είμαστε, τι επιδιώκουμε, τι προτείνουμε
Η ελληνική κοινωνία ζει μια πρωτοφανή σε ένταση και έκταση κρίση, τη χειρότερη που γνώρισε μεταπολιτευτικά. Τα λαϊκά στρώματα έχασαν και εξακολουθούν να χάνουν

τα εισοδήματά τους, εργατικά δικαιώματα δεκαετιών ακυρώθηκαν και ακυρώνονται, η ανεργία εκτινάσσεται σε πρωτοφανή επίπεδα, η οικονομία ακολουθεί καθοδικό σπιράλ θανάτου, η κοινωνία αποσυντίθεται, οι θεσμοί διαλύονται και η δημοκρατία περιστέλλεται αγγίζοντας τα όρια της εκτροπής. Ο τρόπος ζωής όλων μας αποδιαρθρώνεται όλο και περισσότερο. Το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα διεφθαρμένο, ανίκανο και πλήρως υποταγμένο στη στρατηγική του κεφαλαίου σε εθνική και διεθνή κλίμακα, ενόσω προωθεί με όλα τα μέσα την καταστροφή, εξαντλεί τα όριά του και αποσταθεροποιείται. Ζούμε το τέλος μιας εποχής. ζούμε τις ωδίνες που θα γεννήσουν μια νέα. Εκείνοι που κυβερνούν αρχίζουν να μην μπορούν να κυβερνήσουν όπως πριν. εκείνοι που κυβερνώνται αρχίζουν να μη θέλουν να κυβερνηθούν όπως πρώτα.

            Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ με την τριπλή σημαία του προχωρά στο Ιδρυτικό του Συνέδριο με στόχο να σταματήσει η προϊούσα εξαθλίωση. Επιδιώκει να εκφράσει πολιτικά τον κόσμο της εργασίας και την ανάγκη να αναδειχθεί αυτός ο κόσμος σε ηγετική δύναμη της κοινωνίας. Επιδιώκει, ακόμη, να εκφράσει, αλλά και να ικανοποιήσει την ανάγκη, να υπερβεί η ελληνική κοινωνία τις πατριαρχικές και ανδροκρατικές πρακτικές που συντείνουν στην αποδοχή συντηρητικών αντιλήψεων και σε εποχές κρίσης κινδυνεύουν να γίνουν ακραίες. Επιδιώκει, τέλος, να εκφράσει, αλλά και να ικανοποιήσει την ανάγκη ριζικής οικολογικής αναμόρφωσης της παραγωγής και της κατανάλωσης εν μέσω διαδικασιών κλιματικής αλλαγής και γενικευμένης οικολογικής καταστροφής που απειλούν ολόκληρο τον πλανήτη.

            Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ βρίσκεται εδώ για να οργανώσει τη δημοκρατική ανατροπή του πολιτικού συστήματος και των δομών που το στηρίζουν, για να ανοίξει τον δρόμο σε μια κυβέρνηση της Αριστεράς, στηριγμένης σε ένα ευρύ μέτωπο κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, μιας κυβέρνησης που, χωρίς να είναι το τέρμα του δρόμου, θα θέσει τη χώρα σε νέα τροχιά. Για να επιτύχουμε αυτόν τον μεγάλο στόχο, συμβάλλουμε με όλες τις δυνάμεις μας στην ανάπτυξη ενός ισχυρού κοινωνικού κινήματος και ενός μεγάλου πολιτικού κινήματος, επιμένουμε στην ανάγκη για κοινή δράση και συμπαράταξη της Αριστεράς, αναλαμβάνοντας τις σχετικά πρόσφορες πρωτοβουλίες, ισχυροποιούμε και διευρύνουμε τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ ως τον πολιτικό φορέα που θα εμπνεύσει, θα κινητοποιήσει και θα συμβάλει καθοριστικά στην ενότητα και στην οργάνωση των λαϊκών δυνάμεων, αποσκοπώντας στην οικονομική, κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική ανασυγκρότηση της χώρας, αποσκοπώντας σε μια χειραφετημένη Ελλάδα της εργασίας, της δικαιοσύνης και της δημιουργικότητας μέσα σε μια ριζικά διαφορετική Ευρώπη.

Δείτε την 4η εναλλακτική Εκδοχή (αντί για το εισαγωγικό κομμάτι του Α μέρους στο κείμενο Θέσεων«Η ελληνική κοινωνία (…) σε μια ριζικά διαφορετική Ευρώπη»)



Μέρος Α

Διακήρυξη Αρχών: Τι είναι και τι θέλει ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ

Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ έρχεται από μακριά και σκοπεύει μακριά. Θέτουμε με παρρησία  ενώπιον του ελληνικού λαού τις σκέψεις και τις αναλύσεις μας, το πώς βλέπουμε το δικό μας παρελθόν και το τι προτείνουμε για το μέλλον. Για λογαριασμό μας δεν ζητάμε τίποτε. Τίποτε  περισσότερο από όσα αναλογούν στον καθένα και στην καθεμιά μας ως μέλη της Ελληνικής κοινωνίας και ως πολίτες μιας δημοκρατικής χώρας. Στο πλαίσιο αυτής της κοινωνίας και αυτής της χώρας, προχωρούμε σήμερα στην ίδρυση ενός πολιτικού φορέα του οποίου μόνη φιλοδοξία είναι να υπηρετήσει όσο καλύτερα μπορεί το λαϊκό κίνημα που αναπτύσσεται με μύριους τρόπους και σε όλα τα επίπεδα, ανεξάρτητα από μας αλλά και με τη βοήθειά μας. Να το υπηρετήσει, όχι να το ποδηγετήσει. Δεν ζητάμε από τον Ελληνικό λαό να μας 'αναθέσει' τη διακυβέρνησή του. Έχουμε πλέον μάθει ότι 'αναθέσεις' τέτοιου είδους οδηγούν αργά ή γρήγορα στην στασιμότητα και στην οπισθοχώρηση, αν όχι στην καταστροφή: εκείνοι που 'αναθέτουν' μετατρέπονται σε παθητικούς δεκτές μιας πολιτικής που εναντιώνεται στα συμφέροντα και τις επιθυμίες τους ενώ εκείνοι που αναλαμβάνουν την ευθύνη μιας τέτοιας 'ανάθεσης'  μεταλλάσσονται και διαφθείρονται. Έτσι, τα όσα παρουσιάζουμε εδώ δεν είναι μόνον οι σκέψεις μας και οι αναλύσεις μας. Θέλουν να είναι ταυτόχρονα γνώμονας δράσης και έκφραση δέσμευσης, άρα και μέτρο με βάση το οποίο οφείλουν να κρίνονται οι πρωτοβουλίες, οι πράξεις και οι παραλείψεις μας, η όλη πορεία μας. 

1. Οι καταβολές μας

Οι καταβολές του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ μπορούν να ανιχνευθούν στο εργατικό και το ευρύτερο λαϊκό κίνημα του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου, στους αγώνες που είχαν αναληφθεί από τότε για να εκφραστούν οι δυνάμεις της εργασίας και να ενωθεί ο ελληνικός λαός ενάντια στην οικονομική εκμετάλλευση και την πολιτική καταπίεση. Μετά την εποποιία της Εθνικής Αντίστασης και τη συνολική αλλαγή του πολιτικού τοπίου που εκείνη επέφερε, μετά τα όσα πέτυχε το ενωτικό εγχείρημα του ΕΑΜ -με την πρωτοβουλία και την καθοριστική συνδρομή του ΚΚΕ- για την ενότητα και την απελευθέρωση του λαού μας, οι διεθνείς και οι ντόπιες κυρίαρχες αστικές δυνάμεις οδήγησαν τη χώρα στον εμφύλιο όπου η Αριστερά γνώρισε την ήττα. Όμως, παρά την τρομοκρατία που άσκησε το μετεμφυλιακό κράτος και παρακράτος, όπως κορυφώθηκε με τη δικτατορία των συνταγματαρχών, η Αριστερά δεν εξαφανίστηκε αλλά συνέχισε να υφαίνει τους δεσμούς της με τον ελληνικό λαό. Η ενότητα που είχε σφυρηλατήσει η ΕΔΑ και η σημαντική εκλογική επιτυχία της το 1958, η δράση που ανέπτυξε η νεολαία Λαμπράκη, η κριτική που διατύπωναν μικρότερες αριστερές δυνάμεις που είχαν διαφωνήσει με την πολιτική της ΕΔΑ, αλλά και το γεγονός ότι η Ένωση Κέντρου περιλάμβανε και δημοκρατικές δυνάμεις, οι αγώνες υπέρ της αυτοδιάθεσης της Κύπρου, υπέρ της προστασίας τους Συντάγματος και της δωρεάν παιδείας, οι λαϊκές αντιδράσεις στην αποστασία του 1965, η αντίσταση στη δικτατορία, το φοιτητικό κίνημα, η εξέγερση του Πολυτεχνείου και οι αγώνες ενάντια στον ιμπεριαλισμό κατέστησαν ξανά την Αριστερά και όσους ή όσες περπάτησαν μαζί της έκφραση των ζωογόνων δυνάμεων της ελληνικής κοινωνίας.

            Αλλά στο ίδιο διάστημα η Αριστερά κερματίστηκε. Το ΚΚΕ γνώρισε αλλεπάλληλες διασπάσεις, με ίσως σημαντικότερη εκείνη του 1968 που οδήγησε στη συγκρότηση του ΚΚΕ Εσωτερικού -που γνώρισε μεταγενέστερα τις δικές του διασπάσεις και μεταλλαγές- και στη σταθερή, με πολλές επιδράσεις, εγγραφή στην πολιτική σκηνή του αιτήματος για την ανανέωση του κομμουνιστικού κινήματος και της Αριστεράς γενικότερα. ένα μέρος από τις δυνάμεις που είχαν στρατευθεί στο ΕΑΜ σαγηνεύτηκε από την «Αλλαγή» που υποσχέθηκε το ΠΑΣΟΚ και εντάχθηκαν σε εκείνο. μικρότερες δυνάμεις της Αριστεράς συγκρότησαν την ίδια περίοδο διάφορες αυτοτελείς οργανώσεις ή συμμετείχαν σε προοδευτικά σχήματα, ενώ πολιτικά ανένταχτοι αριστεροί όλων των αποχρώσεων, γυναίκες και άντρες, πολλαπλασιάζονταν. Έτσι, η καθαυτό πολιτική δύναμη της Αριστεράς μειώθηκε σημαντικά μολονότι η ίδια διατηρούσε το ηθικό πλεονέκτημα και οι ιδέες της τουλάχιστον μέρος της παλιάς τους αίγλης. Η απομείωση εντάθηκε με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού», όπως και με τις συναρτημένες άμεσα ή έμμεσα με αυτήν την κατάρρευση περιπέτειες της συγκρότησης και της παραπέρα πορείας του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου, αλλά και των άλλων συνιστωσών της Αριστεράς. Παράλληλα, σε διεθνή κλίμακα, ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός και η παγκοσμιοποίηση που συντελέστηκε υπό την αιγίδα του θριάμβευαν μέχρι σημείου να κηρύξουν το «τέλος της Ιστορίας» ενώ η παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία -και στη χώρα μας το ΠΑΣΟΚ- αφομοιώθηκε στην αντίστοιχη πολιτική σχεδόν εξ ολοκλήρου. Στις αρχές του 21ου αιώνα, η Αριστερά στη χώρα μας -αλλά και σε πολλές χώρες του κόσμου- βρέθηκε σχετικά περιθωριοποιημένη και κατακερματισμένη, με κάθε συνιστώσα της να αναμετριέται με τα δικά της λάθη και παραλείψεις, ενώ ο δικομματισμός διατηρούσε την πλήρη πολιτική πρωτοβουλία, με εκλογικά ποσοστά πάνω από 80%.
           
            Παρ’ όλα αυτά ωστόσο, η σπίθα  της αντίστασης κρατήθηκε αναμμένη ενώ η Ιστορία αρνιόταν να τελειώσει: ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός δημιουργούσε ισχυρές κοινωνικές αντιστάσεις καθώς συσσώρευε δεινά, ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων, δημιουργώντας κρίσεις και εξαπολύοντας τοπικούς πολέμους -κάποιους από αυτούς έξω από την πόρτα μας- προκαλούσε τη γέννηση ισχυρών κινημάτων υπέρ της ειρήνης. Μια νέα δυναμική άρχισε να συνενώνει με τρόπους ανέκδοτους πολιτικές δυνάμεις της Αριστεράς, πολλούς και διαφορετικούς κοινωνικούς φορείς, αγωνιστές, καλλιτέχνες και διανοούμενους, γυναίκες και άντρες, λίγο πολύ σε όλες τις χώρες του κόσμου. Τα συνθήματα «Ο άνθρωπος πάνω από τα κέρδη» και «Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός» αντήχησαν σε παγκόσμια κλίμακα, συνεγείροντας τους νέους και τις νέες και ανοίγοντας μια νέα σελίδα στην ιστορία της Αριστεράς.

            Αυτή η νέα σελίδα γράφτηκε με πολλούς τρόπους στη χώρα μας. Στο πλαίσιό της, οι νέες ιδέες, τα νέα αιτήματα και οι νέες μορφές οργάνωσης συνδέθηκαν με τις ιδιαίτερες εδώ συνθήκες και την πορεία που είχαν ακολουθήσει οι συνιστώσες της Αριστεράς ώστε να οδηγηθούμε πρώτα στον Χώρο Διαλόγου και Κοινής Δράσης ως ευρύ πεδίο θεωρητικής και ιδεολογικής ζύμωσης, συμμετοχής στους κοινωνικούς αγώνες και ανάπτυξης πολιτικών πρωτοβουλιών, στη συγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ κατόπιν και σε εκείνη του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ πιο πρόσφατα. Η πορεία αυτή στηρίχτηκε στην κοινή και από κοινού αποδοχή των αγωνιστικών παραδόσεων του λαού μας, στην κοινή και από κοινού ένταξη στους αγώνες για εθνική ανεξαρτησία, δημοκρατία, λαϊκή κυριαρχία, ελευθερία, ισότητα, αλληλεγγύη, δικαιοσύνη, κοινωνική προκοπή και κοινωνική απελευθέρωση, στην ενεργό συμμετοχή στο εργατικό και στο ευρύτερο λαϊκό κίνημα, στις ποικίλες εκλογικές και πολιτικές αναμετρήσεις, στις ευρωπορείες και στο διεθνές κίνημα ενάντια στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, στην ενεργό συμμετοχή στα κοινωνικά φόρα, στο κίνημα ενάντια στην αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος, στις ποικίλες μάχες της νέας γενιάς, στους αγώνες υπέρ των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων, στις οικολογικές και στις πολιτιστικές πρωτοβουλίες. Έτσι αγωνιστές και αγωνίστριες από́ διαφόρους χώρους και οργανώσεις της Αριστεράς, τον κομμουνιστικό, τον σοσιαλιστικό και τον δημοκρατικό, εκείνον της κομμουνιστικής και εκείνον της αριστερής ανανέωσης, τον ριζοσπαστικό, τον αντικαπιταλιστικό, τον επαναστατικό και τον ελευθεριακό, συνδικαλιστές και συνδικαλίστριες του εργατικού και του αγροτικού κινήματος, νέες και νέοι, άνθρωποι της τέχνης, των γραμμάτων και της διανόησης, πολλοί και πολλές από εκείνους που δημιούργησαν το μεγάλο κίνημα της Παιδείας, πολλές και πολλοί από το φεμινιστικό, και το οικολογικό κίνημα συναντήθηκαν και ένωσαν τις δυνάμεις τους. Πρόκειται για ένταξη και συμμετοχή που συνιστούσε και συνιστά για όλους εμάς, γυναίκες και άντρες, λόγο πολιτικής ύπαρξης και αξία ζωής.
            Πατώντας στέρεα στην κοινή δράση, ο ΣΥΡΙΖΑ και ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ κατόρθωσαν να συνθέσουν δημιουργικά, σε ένα ιδιαίτερα ευρύ πλαίσιο, απόψεις με διαφορετικές ιδεολογικές και οργανωτικές αφετηρίες και διαφορετικές πολιτικές καταβολές, αναγνωρίζοντας και μη συγκαλύπτοντας τις διαφορές και σεβόμενοι πάντα τις διακριτές ιδεολογικές και θεωρητικές ευαισθησίες.

            Η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ και του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ από την ίδρυσή τους μέχρι σήμερα δεν υπήρξε ούτε εύκολη ούτε ευθύγραμμη. Ο φορέας γνώρισε κρίσεις και στιγμές αδράνειας, διαφωνίες, αποχωρήσεις, διασπάσεις. Κατόρθωσε όμως να ξεπεράσει τα εμπόδια επειδή υπερίσχυσε στους κόλπους του η ανάγκη της ένταξης στο λαϊκό κίνημα, η ανάγκη να υιοθετηθούν και να υποστούν συνθετική επεξεργασία τα αντίστοιχα αιτήματα, η ανάγκη για ενότητα και κοινή δράση της Αριστεράς και όσμωσης των ιδεών της με το λαό. Όταν ξέσπασε η μεγάλη καπιταλιστική κρίση, ο ΣΥΡΙΖΑ πρώτα και ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ κατόπιν απέδειξαν ότι διαθέτουν τα ερμηνευτικά εργαλεία για να αναλύσουν τόσο την ίδια όσο και την πορεία και τις επιπτώσεις της και μπόρεσαν να διαμορφώσουν τη δική τους εναλλακτική πρόταση, σε αντίθεση με τον νεοφιλελευθερισμό που το μόνο που είχε και έχει να προτείνει είναι η άνευ όρων και άνευ ορίων εξαθλίωση της κοινωνίας προς όφελος του κεφαλαίου και στόχο τη μεγιστοποίηση του κέρδους. Όπως αποδείξαμε όλοι μαζί από κοινού ότι διαθέτουμε το αγωνιστικό φρόνημα, την πείρα και την οργανωτική ικανότητα που απαιτούν οι αντίστοιχοι αγώνες.
            Μαχόμενος πάντα για την ενότητα ολόκληρης της Αριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ διεκδικεί σήμερα κυβέρνηση της Αριστεράς που θα στηρίζεται σε μια νέα, πλατιά και ισχυρή κοινωνική και πολιτική πλειοψηφία ώστε να υπηρετηθούν αποτελεσματικά τα λαϊκά συμφέροντα. Τα συνθήματα που βροντοφώναξαν σε δρόμους και σε πλατείες οι λαοί του κόσμου «Ο άνθρωπος πάνω από τα κέρδη» και «Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός» ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ τα μετατρέπει σε πολιτική πρόταση και στρατηγικό στόχο.
2. Ο σοσιαλισμός ως στρατηγικός στόχος

Ο «άλλος κόσμος» που «είναι εφικτός» είναι ο «κόσμος» του σοσιαλισμού με δημοκρατία και ελευθερία. Είναι ο «κόσμος» όπου όντως ο «άνθρωπος» και οι ανάγκες του είναι «πάνω από τα κέρδη», γιατί το «κέρδος» έχει πάψει να αποτελεί κινητήρια δύναμη της οικονομίας. Είναι ο «κόσμος» που δυσκολεύεται να επικαλεστεί το ιστορικό όνομά του γιατί αυτό έχει συκοφαντηθεί από πολλές και διαφορετικές μεριές.  Είναι ο «κόσμος» που  έχει αρχίσει να υπερβαίνει αυτή τη δυσκολία, απαιτώντας την εκ νέου σηματοδότηση του ονόματος στις συνθήκες του 21ου αιώνα.  

            Για μας ο σοσιαλισμός δεν είναι ο εξωραϊσμός του καπιταλισμού ούτε η δήθεν ‘φιλολαϊκή’ διαχείρισή του. Ο καπιταλισμός συνιστά σύστημα εκμετάλλευσης που στηρίζεται στην κοινωνική παραγωγή με στόχο και κίνητρο το ιδιωτικό κέρδος, σύστημα που εμείς αντιμαχόμαστε στον ίδιο τον πυρήνα του. Για μας ο σοσιαλισμός είναι μορφή οργάνωσης της κοινωνίας που βασίζεται στην κοινωνική -και όχι κρατική- ιδιοκτησία και διαχείριση των παραγωγικών μέσων ενώ απαιτεί τη δημοκρατία σε όλα τα κύτταρα και όλους τους αρμούς της δημόσιας ζωής προκειμένου οι εργαζόμενοι να είναι σε θέση να σχεδιάζουν, να διευθύνουν, να ελέγχουν και να προστατεύουν με τα εκλεγμένα όργανά τους την παραγωγή́ κατευθύνοντάς την στην ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών. Αλλά ταυτόχρονα, ο σοσιαλισμός δεν είναι για μας η αντιγραφή μοντέλων που επεδίωξαν να στηριχθούν σε τέτοιες ιδέες, αλλά τις παρερμήνευσαν, τις διαστρέβλωσαν και τελικά, για πολλούς και σύνθετους λόγους, αυτοκαταστράφηκαν. Οφείλουμε, επί ποινή επανάληψης των ίδιων λαθών, να μάθουμε όσα περισσότερα και όσο πληρέστερα μπορούμε από αυτό το μεγάλο τόλμημα και από αυτήν τη μεγάλη ιστορική εμπειρία, με τα καινοτόμα επιτεύγματα και τις καταλυτικές, τελικά, αποτυχίες.

            Για μας ο σοσιαλισμός είναι απόλυτα συνυφασμένος με την ενεργό συμμετοχή όλων στις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές υποθέσεις, καθώς και με αυτοδιαχειριστικούς θεσμούς στην παραγωγική βάση, στοιχεία που κατοχυρώνουν την αντίστοιχη διάχυση της εξουσίας. Ο σοσιαλισμός είναι άρρηκτα δεμένος με τη δημοκρατία. Δημοκρατία όχι απλώς τυπική, αλλά πάντοτε ουσιαστική, δημοκρατία έμμεση που βασίζεται  στην εκπροσώπηση, αλλά και δημοκρατία άμεση με την ενεργό συμμετοχή όλων. Οι πάσης φύσεως εκλογές είναι απολύτως αναγκαίες, αλλά οι εκλεγμένοι -και οι διάφοροι ειδικοί που αυτοί επιστρατεύουν- δεν πρέπει να παραμένουν ανεξέλεγκτοι μέχρι τις επόμενες εκλογές. Πλήθος θεμάτων είναι αρμοδιότητα και οφείλουν να αφεθούν στην ευθύνη των άμεσα ενδιαφερομένων υπό καθεστώς άμεσης δημοκρατίας ενώ η απευθείας ενεργός συμμετοχή όχι μόνον ελέγχει τους θεσμούς, την πρακτική και τους φορείς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας αλλά διευρύνει συνεχώς τα πεδία όπου οι πολλοί παρεμβαίνουν συστηματικά, δημιουργικά και υπεύθυνα. Η δημοκρατία συνιστά αφ' εαυτής παραγωγική δύναμη, όπου η συλλογικότητα αναδεικνύει έμπρακτα την υπεροχή της έναντι της ατομικότητας και η αλληλεγγύη την ισχύ της έναντι του ανταγωνισμού.

            Για μας ο σοσιαλισμός αποσκοπεί τελικά στην κατάργηση των μεγάλων διακρίσεων ανάμεσα σε χειρωνακτική και διανοητική εργασία, σε διεύθυνση και εκτέλεση, σε πόλη και ύπαιθρο, στα κοινωνικά προσδιορισμένα φύλα. Αποσκοπεί τελικά στην απάλειψη των σχέσεων εκμετάλλευσης, στην κατάργηση των κοινωνικών τάξεων και των πατριαρχικών σχέσεων και στην αρμονική συμβίωση κοινωνίας και φύσης. Αντιμετωπίζει την τεχνολογία και τις καινοτομίες εκεί λελογισμένα, έχοντας στόχο την εξυπηρέτηση των κοινωνικών αναγκών και όχι τη διεύρυνση των ανισοτήτων και την εμπέδωση των τεχνικών κυριαρχίας των λίγων πάνω στους πολλούς.

            Για μας ο σοσιαλισμός δεν είναι ουτοπικό όραμα που στηρίζεται σε αφηρημένα ιδεώδη και απλώς σε ηθικές αξίες, αλλά αποτελεί κοινωνικά και πολιτικά εφικτό στρατηγικό στόχο. Οι αξίες που τον διέπουν -αλληλεγγύη, ισότητα, ελευθερία και η υπέρβαση της μόνιμης έντασης μεταξύ ισότητας και ελευθερίας που μπορεί να ονομαστεί καθολική δικαιοσύνη- συνιστούν κοινωνική παραγωγή των εργαζόμενων τάξεων, αιτήματα που διαμορφώνονται στον αγώνα και απαιτούν την υλοποίησή τους, οδηγό δράσης και αρχές οργάνωσης των κινημάτων που τα ασπάζονται. Οι αξίες αυτές εκφράζουν κάθε φορά διαφορετικά ιστορικά περιεχόμενα, διαφορετικές ανάγκες και διαφορετικές δυνατότητες,γιατί είναι διαφορετική η δομή των ταξικών κοινωνιών, αλλά διατηρούν τα ίδια ονόματα, αποτυπώνοντας έτσι τη συνέχεια της ιστορίας των λαϊκών τάξεων, τη συνέχεια της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, αλλά και τη συνέχεια των αντιστάσεων και των αιτημάτων χειραφέτησης. Σήμερα, η οικονομική, η ενεργειακή και η διατροφική κρίση, όπως και ο άμεσος κίνδυνος για το φυσικό περιβάλλον που απειλεί την ίδια την ύπαρξη της ανθρωπότητας, καθιστούν απολύτως αναγκαία τη συστηματική δημόσια παρέμβαση. Αυτή η ανάγκη θέτει τον ριζικό μετασχηματισμό των κοινωνιών στην κατεύθυνση του σοσιαλισμού στην ημερήσια διάταξη.
           
            Για μας ο σοσιαλισμός δεν είναι καθεστώς που μπορεί να καθιερωθεί μέσω μιας εξελικτικής διαδικασίας σταδιακών αλλαγών του καπιταλισμού αλλά ούτε καθεστώς που εγκαθιδρύεται μια και έξω κάποια μοναδική στιγμή. Ο σοσιαλισμός είναι στόχος αλλά και δρόμος συνεχούς αγώνα, με περιόδους έντασης και περιόδους ύφεσης, με ρήξεις, άλματα και μεγάλες τομές. Είναι δρόμος που αποσκοπεί σε μακροπρόθεσμους στόχους, αλλά ξεκινά πάντοτε από το σήμερα. Είναι δρόμος που περπατάμε οι πολλοί από κοινού, σταθερά προσανατολισμένοι στον στόχο, υλοποιώντας καθημερινά τα αιτήματα που τον συγκροτούν και μαχόμενοι για να εμπεδώσουμε τις αντίστοιχες κατακτήσεις. Είναι δρόμος όπου προσπαθούμε να άρουμε κάθε στιγμή τις διαχρονικά κυρίαρχες διακρίσεις που αναφέραμε, αρχίζοντας από τους δικούς μας κόλπους. Είναι δρόμος που αποσκοπεί σε συγκεκριμένο στόχο, αλλά που δεν μπορεί να απαντήσει προκαταβολικά σε όλα τα μεγάλα ερωτήματα που τίθενται γιατί οι απαντήσεις δεν μπορούν να διατυπωθούν σε όλες τους τις διαστάσεις ανεξάρτητα από την κοινωνική κίνηση.

            Ο δρόμος του σοσιαλισμού δεν είναι ούτε εύκολος ούτε ευθύγραμμος. Καθορίζεται κάθε στιγμή από τις λαϊκές ανάγκες, τα λαϊκά αιτήματα, τη λαϊκή ενέργεια, τη λαϊκή οργάνωση και τη λαϊκή διαθεσιμότητα, σηματοδοτείται από επιτεύγματα, αλλά και οπισθοχωρήσεις, χαρακτηρίζεται από συγκρούσεις τόσο στα μικρά όσο και στα μεγάλα, υποχρεώνει σε διακοπές της συνέχειας, προβαίνει σε μεγάλες αλλαγές. Είναι δρόμος που δεν υπόκειται σε προβλέψεις ούτε επιδέχεται προκατασκευασμένες συνταγές, γιατί κανείς δεν μπορεί να προκαθορίσει τους εκάστοτε όρους της κοινωνικής κίνησης, τους αντίστοιχους συσχετισμούς δύναμης, τις απαιτήσεις των καιρών, την υποχρέωση για τακτική ευελιξία ή ακόμη και τους αναγκαίους κάποιες φορές συμβιβασμούς. Ωστόσο είναι δρόμος που παραμένει αταλάντευτα προσηλωμένος στον στόχο του, δρόμος που εκλαμβάνει αυτόν τον στόχο ως γνώμονα και ως κριτήριο κάθε πρωτοβουλίας και ολόκληρης της καθημερινής μας δράσης σε όλα τα επίπεδα.

            Για μας ο σοσιαλισμός δεν εξαντλείται κατά κανέναν τρόπο στα παραπάνω. Έτσι, παράλληλα με την πολιτική του δράση, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ είναι υποχρεωμένος να πρωτοστατήσει ώστε να ξεκινήσει και να αναπτυχθεί ενεργά, με τα κατάλληλα μέσα και σε κάθε αρμόδιο πλαίσιο, η διεξοδική συζήτηση για τα μεγάλα ζητήματα που τίθενται σε σχέση με την κριτική του καπιταλισμού και το αίτημα για έναν σοσιαλισμό του 21ου αιώνα, για έναν σοσιαλισμό με ελευθερία και δημοκρατία τόσο στην Ελλάδα όσο και στην κλίμακα της Ευρώπης. Θα προσπαθήσουμε να αξιοποιήσουμε τις πολλές πτυχές της ελληνικής και της διεθνούς εμπειρίας σε σχέση με τέτοια ζητήματα, όπως και ολόκληρη τη σκέψη, όλες τις σημαντικές θεωρητικές επεξεργασίες που αφορούν το εργατικό, το φεμινιστικό, το οικολογικό και άλλα κινήματα, την ταξική διάρθρωση των κοινωνιών, τις δομές του κράτους και τις σχέσεις εξουσίας, τις σχέσεις αγοράς, οικονομικού προγραμματισμού και κοινωνικού ελέγχου, τα ζητήματα δημοκρατίας και αυτοδιαχείρισης, κάθε θεωρητική προσφορά που μπορεί να συμβάλει στο να προχωρήσουμε μετά λόγου γνώσεως, κάθε σημαντική συμβολή που έχει δει το φως από την εποχή του Μαρξ, αλλά και ακόμη πιο πριν, μέχρι τις μέρες μας.

3. Οι αρχές της στρατηγικής μας

Η στρατηγική για τον σοσιαλισμό ξεκινά από την κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα η Ελλάδα, η Ευρώπη και ο κόσμος.         

            Η ελληνική κοινωνία έχει φτάσει σήμερα στα όρια των αντοχών της. Η πρωτοφανής επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στην εργασία συνεχίζεται με αυξανόμενη ένταση, οι εργασιακές σχέσεις διαλύονται, η ανεργία εκτινάσσεται σε πρωτοφανή επίπεδα, η δημόσια περιουσία εκποιείται, η υγεία και η παιδεία καταστρέφονται, οι κοινωνικά ζωογόνες ιδέες συκοφαντούνται ενώ ένα όχι ευκαταφρόνητο τμήμα θυμάτων της κρίσης υποκύπτει στην άνωθεν καλλιεργούμενη σύγχυση και έλκεται από τη ρατσιστική βία που ασκούν προς πολλές κατευθύνσεις τα πρωτοπαλίκαρα του εγχώριου ναζισμού, συχνά υπό την προστασία τμημάτων των κρατικών μηχανισμών. Από την άλλη πλευρά, το αστικό κομματικό σύστημα, ετοιμόρροπο, ουσιαστικά χωρίς εφεδρείες, επαφίεται στα διαπλεκόμενα ΜΜΕ και τις δυνάμεις καταστολής προκειμένου να ισορροπήσει μεταξύ κοινωνικής πίεσης, καταλυτικών σκανδάλων και εντεινόμενου αυταρχισμού ενόσω οι θεσμοί βρίσκονται υπό διάλυση και η δημοκρατία τελεί υπό απειλή εκτροπής. Μόνη διέξοδος για την ελληνική κοινωνία είναι η ρήξη με το υπάρχον, μορφή ρήξης που θα υλοποιήσει ένα επείγον σχέδιο αποτροπής της καταστροφής, ανασυγκρότησης της κοινωνίας, εξάλειψης της διαπλοκής και της διαφθοράς, και εμπέδωσης της δημοκρατίας. Μορφή ρήξης που θα φέρει στο κέντρο της πολιτικής ζωής τις δυνάμεις που θα αναλάβουν την πολιτική ευθύνη της μεγάλης πορείας που οδηγεί στην απαλλαγή από τα δεσμά του καπιταλιστικού κέρδους, των πατριαρχικών σχέσεων και της οικολογικής καταστροφής, μορφή ρήξης που καλείται να οδηγήσει στη σοσιαλιστική αναγέννηση.

            Η κατάσταση σε ολόκληρη την Ευρώπη δεν είναι πολύ διαφορετική. Οι λαοί στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, στην Ιρλανδία, στις χώρες του τέως «υπαρκτού σοσιαλισμού», αλλά και στις χώρες του ευρωπαϊκού κέντρου όλο και περισσότερο, στενάζουν υπό αντίστοιχα προγράμματα λιτότητας ενόσω αναπτύσσουν παράλληλα τις δικές τους αντιστάσεις και τα δικά του κινήματα. Η μοίρα της Ελλάδας είναι συνυφασμένη με την μοίρα της Ευρώπης -στο πλαίσιο πάντα των ευρύτερων διεθνών εξελίξεων- γιατί ο αχαλίνωτος νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός κυριαρχεί σήμερα σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, γιατί η πολιτική του κεφαλαίου, σήμερα υπό γερμανική ηγεμονία στην κλίμακα της Ευρώπης, ενοποιεί υπό την κυριαρχία του όλες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, γιατί το αίτημα και η προοπτική της νίκης εναντίον του έχει αρχίσει να συνεγείρει τις συνειδήσεις παντού. Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ είναι μέρος αυτού του ευρωπαϊκού κινήματος αντίστασης και εξέγερσης. Η δική μας Ευρώπη βρίσκεται στον αντίποδα της Ευρώπης του νεοφιλελευθερισμού, των αυτοκρατορικών βλέψεων κάποιων κρατών της και του εντεινόμενου αυταρχισμού. Δίκη μας Ευρώπη είναι η Ευρώπη των λαών, η Ευρώπη των επαναστάσεων, η Ευρώπη του κοινωνικού κράτους, η Ευρώπη του σεβασμού της παιδικής ηλικίας, των ηλικιωμένων και των ανθρώπων με ειδικές ανάγκες, η Ευρώπη της επιστημονικής επανάστασης, η Ευρώπη του Διαφωτισμού και της ριζοσπαστικής κριτικής του, η Ευρώπη του φεμινισμού, της οικολογίας και του διεθνισμού, η Ευρώπη της αλληλεγγύης και της δημοκρατίας, η Ευρώπη του σοσιαλισμού. Στόχος μας είναι ο σοσιαλισμός στην Ελλάδα και στην κλίμακα της Ευρώπης. Στόχος μας είναι ο σοσιαλισμός του 21ου αιώνα, με την επίγνωση ότι οι οικονομικές, πολιτικές, κοινωνικές και ιδεολογικές συνθήκες διαφέρουν από χώρα σε χώρα και τα αντίστοιχα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα ωριμάζουν με διαφορετικούς τρόπους και διαφορετικούς ρυθμούς, απαιτώντας έτσι τον συνδυασμό της πάλης σε εθνικό, ευρωπαϊκό και εν γένει διεθνές επίπεδο.

            Η καταστροφική στρατηγική του κεφαλαίου δεν είναι συγκυριακή και δεν περιορίζεται στην Ευρώπη. Αυτή εμπλέκει με τον ένα ή άλλο τρόπο όλες τις περιοχές της Γης, οδηγεί σε τοπικούς πολέμους και ακόμη πιο επικίνδυνους ανταγωνισμούς ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις. Ωστόσο τα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα αναπτύσσονται και ενισχύουν τους δεσμούς τους ενώ λαοί ολόκληροι στη Λατινική Αμερική, και όχι μόνον εκεί, έχουν αρχίσει να ακολουθούν τον δρόμο της κοινωνικής χειραφέτησης. Αυτή η διάταξη δυνάμεων και όσα προμηνύει μας επιτρέπει να ισχυριζόμαστε ότι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, άμεσα ή έμμεσα, ρητά ή υπόρρητα, ιδέες για μια κοινωνική οργάνωση εναλλακτική του καπιταλισμού, όχι μόνον έχουν αρχίσει να κερδίζουν, αλλά θα συνεχίσουν να κερδίζουν όλο και περισσότερο, τον νου και την καρδιά πολλών ως η μόνη ελπίδα της εργαζόμενης ανθρωπότητας.

            Το κοινωνικό και πολιτικό κίνημα στη χώρα μας έχει ήδη αναδείξει ορισμένους βασικούς αρμούς του δρόμου προς αυτή την κατεύθυνση: την αλληλεγγύη ενάντια στον ανταγωνισμό και τη λογική της ιδιώτευσης. την προστασία του δημόσιου χώρου και των δημόσιων αγαθών ενάντια στην ιδιωτικοποίηση, αλλά και ενάντια στην συχνά διεφθαρμένη και αναποτελεσματική κρατική διαχείριση. την ανάγκη να προστατευθούν από την άκρατη κερδοφορία του κεφαλαίου και την υποταγή στην αγορά τα θεμελιώδη αγαθά: ο αέρας, το νερό, η θάλασσα, το περιβάλλον, τα βασικά είδη διατροφής, η πρόσβαση στην παιδεία και στον πολιτισμό, η υγεία, η περίθαλψη, η κοινωνική πρόνοια, οι ενεργειακοί πόροι, οι συγκοινωνίες, οι επικοινωνίες και η γεωγραφική συνοχή της χώρας, ο φυσικός και ο ορυκτός πλούτος. Οι αρμοί αυτοί συνοψίζονται στο αίτημα να οικοδομηθεί και να αναπτυχθεί η οικονομία των αναγκών ενάντια στην οικονομία του κέρδους. Να οικοδομηθούν και να αναπτυχθούν οι κοινωνικές σχέσεις της αλληλεγγύης ενάντια στις σχέσεις του ανταγωνισμού και της εκμετάλλευσης. Να οικοδομηθούν και να αναπτυχθούν εναλλακτικές δομές στήριξης της κοινωνίας απέναντι στις καταρρέουσες κρατικές δομές που οφείλουν να αλλάξουν ριζικά και υπό αυτήν την πίεση. Οι δρόμοι του σοσιαλισμού περνούν υποχρεωτικά από αυτήν την οικοδόμηση και αυτήν την ανάπτυξη.

            Το αίτημα για μια οικονομία των αναγκών και για κοινωνικές σχέσεις αλληλεγγύης δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με κυβερνητικά διατάγματα. Το πόσο και το πώς ικανοποιείται υπόκειται στις μορφές που λαμβάνει και στους ρυθμούς με τους οποίους αναπτύσσεται η ταξική πάλη, γιατί μόνο η νίκη των λαϊκών τάξεων, των δυνάμεων της εργασίας και των καταπιεσμένων κοινωνικών κατηγοριών μπορεί να κατοχυρώσει και να διευρύνει τις αντίστοιχες κατακτήσεις. Τα τελευταία χρόνια οι οργανωμένες διαμαρτυρίες στους δρόμους και στις πλατείες, οι διαδηλώσεις και τα συλλαλητήρια, τα δίκτυα κοινωνικής αλληλεγγύης, οι διεργασίες στους χώρους δουλειάς και κατοικίας, οι πρωτοβουλίες πολιτικής ανυπακοής, η ανιδιοτελής σύμπραξη πολιτικών και κοινωνικών φορέων χωρίς ηγεμονεύσεις ανέδειξαν εστίες όπου ο δημόσιος χώρος και τα δημόσια αγαθά προσδιορίστηκαν και η ουσιαστική υπεράσπισή τους διεκδικήθηκε. Ταυτόχρονα όμως αναδείχθηκε η ανάγκη για περισσότερο αποτελεσματικό αγώνα και περισσότερο επεξεργασμένα αιτήματα, για τον συνδυασμό της πάλης για το ειδικό με την πάλη για το γενικό και για την πολιτικοποίηση των αιτημάτων, η ανάγκη να δημιουργηθούν νέου τύπου κοινωνικοί φορείς, η ανάγκη να οργανωθούν οι άνεργοι, η ανάγκη να συγκροτηθούν συνδικάτα όπου δεν υπάρχουν και κυρίως στον ιδιωτικό τομέα, η ανάγκη να υπάρξουν επανιδρυτικού χαρακτήρα αλλαγές μέσα στα υπάρχοντα συνδικάτα.

            Στο ίδιο διάστημα, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ έμαθε να μετέχει με όλες του τις δυνάμεις, με πολιτική ανιδιοτέλεια και χωρίς απόπειρες χειραγώγησης, σε όλες τις μορφές της κοινωνικής κίνησης. Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ βρέθηκε παντού, μέσα στους θεσμούς και έξω από αυτούς, στους δρόμους και στις πλατείες, στις πόλεις και στα χωριά, στους χώρους εργασίας και στις γειτονιές, στους κοινωνικούς φορείς και στις κοινωνικές πρωτοβουλίες, στις πολιτιστικές δράσεις και στην πάλη των ιδεών, στη δημόσια σκηνή και στο διαδίκτυο. Έμαθε ότι οι ρυθμοί της ταξικής πάλης και της κοινωνικής και πολιτικής σύγκρουσης δεν εκβιάζονται. Έμαθε να σέβεται πλήρως την αντίθετη άποψη ή ακόμη και τη σιωπή εκείνων που διστάζουν να μιλήσουν. Έμαθε να ακούει και όξυνε την ικανότητα κατανόησης. Έμαθε να υποστηρίζει τις προτάσεις του ανοιχτά και δημόσια χωρίς δεύτερες σκέψεις και υστερόβουλους υπολογισμούς. Έμαθε πώς ανοίγονται νέοι δρόμοι για την κοινωνική απελευθέρωση.

            Η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ αποσκοπεί στον σοσιαλισμό, αλλά ο ίδιος γνωρίζει καλά ότι ο σοσιαλισμός δεν είναι κυρίως υπόθεση ενός πολιτικού φορέα. Είναι υπόθεση των εργαζόμενων τάξεων και της πάλης τους, είναι υπόθεση των δυνάμεων της εργασίας και της κίνησής τους, είναι υπόθεση της κοινωνικής συμμαχίας της μεγάλης πλειοψηφίας ενός λαού. Έχουμε πλέον μάθει ότι η εργατική τάξη δεν μπορεί να απελευθερωθεί η ίδια αν δεν απελευθερωθεί η κοινωνία ολόκληρη.

            Από τη μεριά του, ένας πολιτικός φορέας όπως ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ μετέχει πλήρως στην ταξική και κοινωνική πάλη, προβάλλει τις ιδέες του, οργανώνει δυνάμεις, συμπυκνώνει και συνδέει αιτήματα, προσδιορίζει στόχους, αλλά δεν υποκαθιστά ούτε επιβάλλει. Αντίθετα, θέτει διαρκώς τον εαυτό του υπό τον έλεγχο εκείνων στους οποίους απευθύνεται, έλεγχο που αφορά τη πολιτική του παρουσία, τη δράση και λειτουργία του, ολόκληρη την καθημερινή πρακτική του. Ο έλεγχος αυτός γίνεται υπό το πρίσμα του στρατηγικού του στόχου, ο οποίος, αυτός, είναι αδιαπραγμάτευτος. Ο σοσιαλισμός και οι αξίες που τον διέπουν είναι ο γνώμονας και το κριτήριο του τι προτείνουμε και πώς δρούμε, του σε ποιους απευθυνόμαστε και πώς απευθυνόμαστε, του ποιους πείθουμε και πώς τους πείθουμε, του πώς αποτιμούμε επιτυχίες και αποτυχίες.

            Αλλά η στρατηγική στόχευση επιμερίζεται σε άμεσους στόχους και στις αντίστοιχες τακτικές κινήσεις ή πρωτοβουλίες που εξαρτώνται πάντα από πραγματικά προσφερόμενες δυνατότητες και πραγματικούς συσχετισμούς δύναμης. Και εδώ ο πολιτικός φορέας είναι υποχρεωμένος να πλέει με όλη την απαιτούμενη ευελιξία ανάμεσα στη Σκύλλα του καιροσκοπισμού, που τείνει να αγνοήσει τον στρατηγικό στόχο υποκύπτοντας στο εκάστοτε θεωρούμενο ως εφικτό, και στη Χάρυβδη του τυχοδιωκτισμού, που τείνει να αγνοήσει τους πραγματικούς συσχετισμούς δύναμης και το πράγματι εφικτό, απλώς εκφωνώντας στεντόρεια τον στρατηγικό στόχο και τα εν γένει χαρακτηριστικά του. Η πολιτική πρακτική του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ υπόκειται καταστατικά σε αυτούς τους περιορισμούς.

            Ο κεντρικός στόχος που θέτει σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ είναι η ανατροπή της κυριαρχίας των δυνάμεων του νεοφιλελευθερισμού και των μνημονίων, των δυνάμεων της κοινωνικής καταστροφής, της διαπλοκής, της διαφθοράς και της σήψης, είναι η ανάδειξη μιας κυβέρνησης της συμπαραταγμένης Αριστεράς στηριγμένης σε μια πλατιά συμμαχία κοινωνικών δυνάμεων. Η επιτυχία αυτού του στόχου θα αποτελέσει τομή σε σχέση με την ελληνική ιστορία, τομή που θα δημιουργήσει νέες, άγνωστες σήμερα, δυνατότητες, τομή που θα ανοίξει μια νέα σελίδα για την κοινωνία μας και θα δώσει σημαντική ώθηση σε μια δυναμική  που ξεπερνά τα σύνορά μας.

            Η διεκδίκηση μιας κυβέρνησης της Αριστεράς δεν υπακούει στις ιδιοτέλειες των πολιτικών φιλοδοξιών ούτε αποτελεί πρόταση για καλύτερη διαχείριση του υπάρχοντος ή απλώς για επιστροφή στην πρότερη κατάσταση και στα κεκτημένα που χάθηκαν. Μια κυβέρνηση της Αριστεράς αποσκοπεί να σταματήσει τον κοινωνικό και οικονομικό κατήφορο που επέβαλαν στην Ελλάδα οι δυνάμεις του νεοφιλελευθερισμού και των μνημονίων, να εξαλείψει τη διαπλοκή και τη διαφθορά, να μεταρρυθμίσει ριζικά και δημοκρατικά το κράτος και τους θεσμούς του, και να ανοίξει μια νέα πορεία. Μια τέτοια κυβέρνηση θα σηματοδοτήσει μια κομβική αλλαγή του πολιτικού συσχετισμού υπέρ των δυνάμεων της εργασίας, φέρνοντας αυτές τις δυνάμεις στο προσκήνιο. Θα ανοίξει τον δρόμο στην πραγματική δημοκρατία και στην ανασυγκρότηση της χώρας ενόσω θα διαλύει το ‘τρίγωνο’ που δυναστεύει τον τόπο επί δεκαετίες, διαπλέκοντας αξεδιάλυτα το κρατικοδίαιτο κεφάλαιο, το πολιτικό σύστημα του δικομματισμού και τα καθεστωτικά ΜΜΕ. Μια κυβέρνηση της Αριστεράς θα καθαρίσει το τραπέζι, θα αξιοποιήσει όλες τις έντιμες και δημιουργικές δυνάμεις της κοινωνίας μας, ανεξάρτητα από ιδεολογικές αναφορές ή πολιτικές πεποιθήσεις, ανοίγοντας παράλληλα δρόμους για να αναπτυχθεί παραπέρα ο αγώνας των εργαζόμενων τάξεων, για να δημιουργηθεί έδαφος ώστε να ανθίσει η λαϊκή πρωτοβουλία σε όλους τους χώρους και σε όλα τα επίπεδα.

            Μια κυβέρνηση της Αριστεράς δεν μπορεί να υποσχεθεί την άμεση λύση όλων των συσσωρευμένων προβλημάτων. Θα δώσει ωστόσο άμεσα δείγματα γραφής μιας πολύ διαφορετικής πολιτικής, ανοίγοντας τους αντίστοιχους νέους δρόμους. Γνωρίζουμε πως μια κυβέρνηση της Αριστεράς δεν μπορεί να επιφέρει μείζονες αλλαγές χωρίς τη λαϊκή συνέργεια και το εγερτήριο λαϊκό φρόνημα, χωρίς τη στήριξη, αλλά και την αυτόνομη δράση, των εργαζόμενων τάξεων, των καταπιεσμένων κοινωνικών κατηγοριών και του λαού γενικότερα, χωρίς τις πρωτοβουλίες που θα αναληφθούν παντού, ασκώντας δημιουργική πίεση ακόμη και στην ίδια. Από την άλλη μεριά, μια κυβέρνηση της Αριστεράς δεν μπορεί να αγνοήσει βολονταριστικά τους υπάρχοντες συσχετισμούς και τις δυνάμεις που θα προσπαθήσουν να την υπονομεύσουν ώστε να την ανατρέψουν ούτε βέβαια μπορεί να παραδοθεί αμαχητί και καιροσκοπικά σε τέτοιους συσχετισμούς. Όσο ο στρατηγικός στόχος παραμένει σταθερός, συμμαχίες, μονιμότερες ή πιο προσωρινές, είναι αναγκαίες και διευρύνσεις απαραίτητες. Με επίγνωση μεν των εκάστοτε πραγματικών δυνατοτήτων και των εκάστοτε πραγματικών συσχετισμών, αλλά κρατώντας πάντοτε σταθερό τον στρατηγικό στόχο και αποτιμώντας κάθε φορά τα πράγματα από τη σκοπιά του και υπό το πρίσμα του. Η προοπτική της Αριστεράς να αποτελέσει την πολιτική ηγεσία του τόπου θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητά της να οικοδομήσει πολιτικές συμμαχίες που θα αξιοποιούν ιδέες, ταλέντα, γνώσεις και προσφορά ανθρώπων από άλλους πολιτικούς χώρους. Θα κριθεί από την ικανότητά της να οργανώνει κοινωνικές συμμαχίες, τη συμμαχία της μισθωτής εργασίας με τους αυτοαπασχολούμενους και τους μικροεπιχειρηματίες, με τους μικρούς και μεσαίους αγρότες, τις καταπιεσμένες κοινωνικές κατηγορίες, τη νεολαία, τη τέχνη και τη διανόηση. Χωρίς αυτή τη συμμαχία, οι λαϊκές τάξεις δεν μπορούν να αναλάβουν το έργο της παραγωγικής, κοινωνικής πολιτιστικής και οικολογικής ανόρθωσης έπειτα από την καταστροφή που επέφερε και συνεχίζει να επιφέρει ο αχαλίνωτος νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός.

            Στις σημερινές συνθήκες της τρικομματικής κυβέρνησης, που προωθεί με μεγαλύτερη σκληρότητα και θρασύτητα την πολιτική της τριαρχίας των δανειστών, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ θέτει ευθέως θέμα δημοκρατικής ανατροπής της και διεκδικεί την κυβερνητική εξουσία ως απαραίτητη προϋπόθεση  για να σταματήσει η λεηλασία των εργαζομένων και η καταστροφή της χώρας. Δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε μια κυβέρνηση της Αριστεράς να πετύχει τους στόχους της. Αυτές οι προϋποθέσεις είναι, υπογραμμίζουμε, η  κοινωνική συμμαχία της εργατικής τάξης και των ανέργων, των μεσαίων στρωμάτων και των αυτοαπασχολούμενων της πόλης και της αγροτικής παραγωγής, της νεολαίας, των καταπιεσμένων κοινωνικών κατηγοριών, των δυνάμεων της επιστήμης, της τέχνης και του πολιτισμού. Είναι η δημιουργία ενός ισχυρού μαζικού κινήματος με αντινεοφιλελεύθερη οπτική και στόχευση και η επέκταση και η εμβάθυνση της κοινωνικής αλληλεγγύης. Είναι η διαμόρφωση ενός ρωμαλέου ενωτικού πολιτικού κινήματος ανατροπής του υπάρχοντος κομματικού και πολιτικού συστήματος. Είναι η δημιουργία μιας νέας και σταθερής κοινωνικής και πολιτικής πλειοψηφίας.

            Η ενοποίηση, η διεύρυνση και η ενδυνάμωση του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ και η έμφαση στην ενωτική πολιτική του είναι αναντικατάστατα  εργαλεία  που θα μας βοηθήσουν να επιτύχουμε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, μακριά από τη λογική της ‘αναμονής’, μακριά από την εσωστρέφεια, συμβάλλει από τώρα με όλες του τις δυνάμεις, μέσα από τους κοινωνικούς αγώνες, μέσα από τα κινήματα αλληλεγγύης και πολιτικής ανυπακοής, μέσα από πολιτικές πρωτοβουλίες προς πολλές κατευθύνσεις εντός και εκτός Βουλής, στην ικανοποίηση του αιτήματος που είναι σήμερα απολύτως επείγον: ήττα της πολιτικής των μνημονίων και κυβερνητική αλλαγή.
           
4. Οι πολιτικοί άξονες της δράσης μας

Σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ κατέχει τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η θέση αυτή τον προικίζει με νέες σημαντικές δυνατότητες παρέμβασης τόσο στο εσωτερικό του κοινοβουλίου και των θεσμών γενικότερα όσο και στο πλαίσιο του λαϊκού κινήματος συνολικά. Από τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ ήδη μάχεται και θα εξακολουθήσει να μάχεται ενάντια σε κάθε αντιλαϊκό και αντιδημοκρατικό μέτρο ή νομοσχέδιο, ασκώντας εξαντλητικό κοινοβουλευτικό έλεγχο. Ήδη διατυπώνει και θα εξακολουθήσει να διατυπώνει τις δικές του αντιπροτάσεις και νομοθετικές πρωτοβουλίες που αφορούν τα επείγοντα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας. Ήδη στηρίζει και θα εξακολουθήσει να στηρίζει κοινοβουλευτικά τους εργατικούς και λαϊκούς αγώνες, εντάσσοντας συστηματικά τα δίκαια αιτήματά τους, όπως και όλες τις δικές του παρεμβάσεις, στο εναλλακτικό του πρόγραμμα. Η επεξεργασία αυτού του προγράμματος είναι συνεχής ενώ το ίδιο παραμένει μόνιμα ανοιχτό σε όσα αναδεικνύουν κάθε φορά οι αγώνες.

            Αλλά το κοινοβουλευτικό έργο είναι μόνον ένα πεδίο αγώνα του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ. Σε συνδυασμό με την κοινοβουλευτική δράση, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ επιδιώκει να συμβάλει με όλες του τις δυνάμεις στη συγκρότηση και την ανάπτυξη ενός ισχυρού λαϊκού, μαζικού και ενωτικού κινήματος, ενός κινήματος αντίστασης στα αντιλαϊκά μέτρα που επιδιώκουν να επιβάλουν τα μνημόνια, ενός κινήματος ανυπακοής στον εντεινόμενο κρατικό και εργοδοτικό αυταρχισμό, ενός κινήματος γνήσιας και αποτελεσματικής αλληλεγγύης προς τα θύματα της κρίσης.

            Το κίνημα αυτό θα συγκροτήσει τους όρους για τη σταθερή κοινωνική συμμαχία των θυμάτων του μνημονίου, της εργατικής τάξης και ευρύτερα των δυνάμεων της εργασίας, των μεσαίων στρωμάτων και των αυτοαπασχολούμενων των πόλεων και της αγροτικής παραγωγής, της νεολαίας, των καταπιεσμένων κοινωνικών κατηγοριών, των ανθρώπων των γραμμάτων και των επιστημών, της τέχνης και του πολιτισμού, και θα αναδείξει τους τρόπους με τους οποίους οι γυναίκες θίγονται από την κρίση περισσότερο γιατί, εκτός από την ανισότητα στη δουλειά, εκτός από τη μεγαλύτερη ανεργία, αυτές έχουν επιπλέον να αντιμετωπίσουν τις κυρίαρχες σχεδόν παντού πατριαρχικές σχέσεις και όλα τα ανδροκρατικά στερεότυπα. Η δημιουργική επιχειρηματικότητα, που λειτουργεί για το δημόσιο όφελος και υπό σταθερούς και δίκαιους κανόνες, δεν θα πληγεί, αλλά θα βοηθηθεί. Παράλληλα, το κίνημα αυτό θα συμβάλει στην οργάνωση των ανέργων, στην ενότητα δράσης των παραδοσιακών οργανώσεων και συνδικάτων, τόσο μεταξύ τους όσο και με τις συσπειρώσεις που δημιουργούνται αυθόρμητα σε πολλούς χώρους, και θα οδηγήσει στην αναγκαία ριζική αναμόρφωση του συνδικαλιστικού κινήματος σε όλες τις βαθμίδες, στην απομόνωση του κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού και στη διαμόρφωση ενός νέου, ισχυρού και μαχητικού, ταξικού και αυτόνομου, συνδικαλιστικού κινήματος ανέργων και εργαζομένων τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα, κινήματος ενωμένου τόσο στη δράση όσο και οργανωτικά, κινήματος που θα αποκρούει συστηματικά τις σκόπιμα καλλιεργούμενες αντιθέσεις και την εσωτερική του διαίρεση.

            Σημαντική διάσταση αυτού του κινήματος οφείλει να είναι ένα ευρύ αυτοδιοικητικό κίνημα, στο πλαίσιο του οποίου μπορούν να ανθίσουν όλες οι κατάλληλες μορφές άμεσης και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας : από το τι κάνουμε όλοι και όλες μαζί για τη γειτονιά και το χωριό, το διαμέρισμα, την πόλη και την περιφέρεια, μέχρι το πώς ζούμε, πώς αλληλοβοηθούμαστε, πώς καλλιεργούμε τη σκέψη και τις ευαισθησίες μας, πώς ψυχαγωγούμαστε. Σήμερα η πόλη και ολόκληρος ο πολεοδομικός και χωροταξικός ιστός βρίσκονται στο στόχαστρο του κεφαλαίου. Η ιδιωτικοποίηση των δημόσιων χώρων, των δημόσιων λειτουργιών της πόλης και όσων έχουν απομείνει από την κοινωνική κατοικία, η καταστροφή της γειτονιάς, η αύξηση του αριθμού των αστέγων και η δημιουργία περίκλειστων περιοχών για τους πλούσιους και παράλληλα η ένταση των διακρίσεων και των αποκλεισμών, η ποινικοποίηση της φτώχειας, η συρρίκνωση της δημοκρατίας και η διεύρυνση των μηχανισμών επιτήρησης και καταστολής είναι μεγάλα ζητήματα που θίγουν άμεσα την καθημερινή ζωή όλων. Το προοδευτικό αυτοδιοικητικό κίνημα οφείλει να αντιμετωπίσει απευθείας όλα τα ζητήματα αυτά, εξειδικεύοντας τους στόχους του και ανακαλύπτοντας τις κατάλληλες κάθε φορά μορφές αγώνα,  που θα ενεργοποιούν την συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών, στοχεύοντας παράλληλα στη ριζοσπαστική δημοκρατική μεταρρύθμιση του κράτους με αποκέντρωση και λαϊκή συμμετοχή και στη μεταφορά της λήψης των αποφάσεων στο εγγύτερο προς τον πολίτη επίπεδο. 
           
            Το ισχυρό λαϊκό και μαζικό κίνημα στου οποίου τη διαμόρφωση συμβάλλουμε με όλες μας τις δυνάμεις δημιουργεί ταυτόχρονα έναν ολόκληρο δημόσιο χώρο λαϊκών παρεμβάσεων και πρωτοβουλιών, χώρο πλατιάς συμμετοχής και ενεργού αλληλεγγύης, όπου εκφράζεται απρόσκοπτα η αυτενέργεια των πολιτών και αποκαθίστανται μορφές λαϊκής αυτο-οργάνωσης που πιέζουν και οφείλουν να πιέζουν συστηματικά τους θεσμούς, να τους διευρύνουν και να τους μετασχηματίζουν. Σε αυτόν τον δημόσιο χώρο εκφράζεται ελεύθερα και αναπτύσσεται απρόσκοπτα η κριτική σκέψη και η καλλιτεχνική δημιουργία ενόσω εντείνεται η ιδεολογική αντιπαράθεση με εκείνα που διαχέουν τα κυρίαρχα ΜΜΕ, καλλιεργώντας τη σύγχυση, τον φόβο και την ανασφάλεια και πριμοδοτώντας τα στερεότυπα, τις αντιδημοκρατικές διακρίσεις, την αδράνεια και την παθητικότητα.

 Στον ίδιο δημόσιο χώρο, η αριστερή φεμινιστική δράση μπορεί και οφείλει να αναπροσδιορίσει και να εμπλουτίσει την πολιτική, υπερβαίνοντας θεμελιώδεις διακρίσεις, όπως τη διάκριση ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό, στο πολιτικό και προσωπικό, στο γενικό και στο επί μέρους, με δεδομένο ότι όλες οι διακρίσεις με βάση το φύλο -αλλά και το χρώμα του δέρματος, την καταγωγή, τις θρησκευτικές πεποιθήσεις και τις σεξουαλικές προτιμήσεις- είναι απαράδεκτες, ενώ η υπο-αντιπροσώπευση των γυναικών στις δομές λήψης αποφάσεων συνιστά εμφανές έλλειμμα δημοκρατίας και άρα δείκτη ενός σημαντικού πολιτικού προβλήματος. Οι ιδέες της Αριστεράς και του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ δεν θα μπορέσουν να αποκτήσουν ηγεμονική θέση αν δεν αναδείξουν, υπό καθεστώς πλήρους ελευθερίας, τη δύναμή τους τόσο σε ζητήματα απαράδεκτων διακρίσεων όσο και στα ανοιχτά πεδία της επιστήμης, της διανόησης και της τέχνης.

            Στο πλαίσιο αυτού του λαϊκού δημόσιου χώρου οφείλει να αντιμετωπιστεί με ολόκληρη τη σοβαρότητα που απαιτείται η επιρροή των ναζιστικών ιδεών και προτύπων συμπεριφοράς, ο πολυδιάστατος ρατσισμός που αυτές οι ιδέες και συμπεριφορές προπαγανδίζουν και αποπνέουν, η ανυπόκριτη βία που ασκούν οι αντίστοιχοι ‘ηγέτες’, οι εγκληματικές πρακτικές στις οποίες επιδίδονται και η θεσμική ανοχή, αν όχι προστασία, που απολαμβάνουν οι πράξεις τους. Οφείλουμε να οικοδομήσουμε ένα πλατύ αντιφασιστικό και δημοκρατικό κίνημα που θα περιλαμβάνει όλους εκείνους και όλες εκείνες που εναντιώνονται σε τέτοιες ιδέες και τέτοιες πρακτικές, ανεξάρτητα από πολιτικές εντάξεις ή ιδεολογικές αναφορές. Το κίνημα αυτό -με σαφείς διεθνείς αναφορές και διαστάσεις που καλούμαστε να διερευνήσουμε και να αξιοποιήσουμε- οφείλει να αρθρώνεται στο σχολείο και στη γειτονιά, στις πόλεις και στα χωριά, στους τόπους δουλειάς και στα μέσα ενημέρωσης, έντυπα και ηλεκτρονικά. Το κίνημα αυτό οφείλει να κινητοποιεί θεσμούς και οργανώσεις στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό, τους δήμους και την Εκκλησία, τις δυνάμεις της τέχνης και της διανόησης, να εμφορείται από τις αξίες του ανθρωπισμού και να διδάσκει ιστορία. Η ύπαρξη μιας δημοκρατικής κοινωνίας και η ενότητα του λαού μας απαιτεί να εξαλειφθούν πλήρως οι ναζιστικές ιδέες και οι ναζιστικές πρακτικές.

            Οφείλουμε επιπλέον να επισημάνουμε ότι οι κυβερνώσες πολιτικές δυνάμεις, τα διαπλεκόμενα ΜΜΕ και οι διανοούμενοί τους προωθούν συστηματικά τη λεγόμενη «θεωρία των δύο άκρων» που εξομοιώνει την Αριστερά με τη ναζιστική ακροδεξιά ενόσω οι ίδιες καταλαμβάνουν έτσι αυτοδικαίως και από κοινού τον χώρο του δήθεν μετριοπαθούς κέντρου ως της μόνης ‘γνήσιας δημοκρατικής δύναμης’. Ο στόχος της ‘θεωρίας’ είναι διπλός. Αφ’ ενός η συκοφάντηση της Αριστεράς ώστε να περιοριστεί κατά το δυνατόν η απήχησή της και να νομιμοποιηθούν εκ των πραγμάτων οι πάσης φύσεως επιθέσεις εναντίον της και, αφ’ ετέρου, η κατ’ αποκλειστικότητα οικειοποίηση από τη μεριά των ‘γνήσιων δημοκρατικών δυνάμεων’ ολόκληρου του ‘νόμιμου’ πολιτικού χώρου.

            Απέναντι σε αυτήν τη ‘θεωρία’ και τις πρακτικές που την εφαρμόζουν, οφείλουμε να αντιτάξουμε όχι μόνον τις αξίες μας, την ιστορία της χώρας και όσα έχει κάνει, αλλά και υποστεί, η Αριστερά για να υπερασπίσει τη δημοκρατία με κάθε κόστος, αλλά και την ίδια την εμπειρία όλων μας: η διαμόρφωση μιας ξενοφοβικής ρητορείας που ανάγει τη ‘λαθρομετανάστευση’ σε πρόβλημα μεγαλύτερο από την ίδια την κρίση, που αποδίδει την αύξηση της εγκληματικότητας και τελικά όλα τα δεινά αποκλειστικά στους μετανάστες και στους πρόσφυγες, που χρησιμοποιεί ανενδοίαστα τη φασίζουσα ορολογία της «υγειονομικής βόμβας», που στοχοποιεί ειδικές κατηγορίες πληθυσμού, ποινικοποιώντας έτσι την ίδια τη φτώχεια, που εντείνει την καταστολή απέναντι στους μετανάστες και στους πρόσφυγες, επεκτείνοντάς την ταυτόχρονα προς κάθε κατεύθυνση, συνιστούν μια μελετημένη πολιτική που αποσκοπεί στη διαίρεση των αδυνάτων μέσω της ανάδειξης του αποδιοπομπαίου τράγου, στο πάγωμα κάθε κοινωνικής αντίστασης και την περιστολή της δημοκρατίας σε όσα μπορεί να ανεχθεί η πολιτική ιδιοτέλεια των κυβερνώντων.

            Ταυτόχρονα η ίδια ‘θεωρία’, μαζί με τη ρητορεία και τις πρακτικές που τη συνοδεύουν, πριμοδοτεί στην πράξη τη ναζιστική ακροδεξιά γιατί την εμφανίζει, τουλάχιστον έμμεσα, ως τον συνεπέστερο εκφραστή της εν λόγω πολιτικής και τη νομιμοποιεί έμπρακτα ως βραχίονα των δυνάμεων καταστολής, ήδη σημαντικά διαβρωμένων από εκείνη. Διαμορφώνεται έτσι μια γκρίζα περιοχή καταστολής μεταξύ θεσμικής και ναζιστικής βίας, καλλιεργείται κλίμα ατιμωρησίας και ασυδοσίας και καταλύεται κάθε αίσθημα έννομης τάξης. Η επισήμως εκφρασμένη ανησυχία για την άνοδο των ναζιστικών ιδεών και συμπεριφορών αναδεικνύεται έτσι σε απλό φύλλο συκής. Αλλά η ιστορία διδάσκει ότι η εκλογική ενίσχυση της ναζιστικής ακροδεξιάς δεν είναι απλώς αποτέλεσμα μορφών απόγνωσης που αποζητούν αποδιοπομπαίους τράγους και εύκολες ταυτίσεις με αρχέγονα στερεότυπα. Είναι ταυτόχρονα σημαντικός παράγοντας που εντείνει τον εκφασισμό της κοινωνίας γιατί, εκτός των άλλων, μια τέτοια άνοδος προσελκύει ακόμη και επιφανείς που σαγηνεύονται από την πυγμή, βλέπουν το φαινόμενο σαν μόδα και κολακεύουν τη δημοσιότητα με κάθε τίμημα. Το πλατύ αντιφασιστικό και δημοκρατικό κίνημα που αναφέραμε είναι ο μόνος τρόπος για να μην οδηγηθεί η κοινωνία ολόκληρη -μαζί με τους θεσμικούς και άλλους παράγοντες που ενισχύουν ή έστω απλώς ανέχονται το φαινόμενο- σε ολοκληρωτική καταστροφή.

            Το έργο του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ δεν περιορίζεται στα σύνορα της χώρας μας. Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ έχει ήδη αναλάβει και θα εξακολουθήσει να αναλαμβάνει σημαντικές διεθνείς πρωτοβουλίες στο πλαίσιο της Ευρώπης, και όχι μόνον αυτής. Οι εν λόγω πρωτοβουλίες δεν έχουν ως μόνο σκοπό το να γνωστοποιήσουν και να εκλαϊκεύσουν διεθνώς τις δικές του θέσεις, τη δική του πολιτική και την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα. Οι πρωτοβουλίες αυτές αποσκοπούν, επιπλέον, στο να συμβάλουν στην κοινή πάλη των λαών ενάντια στο ευρωπαϊκό και διεθνές κεφάλαιο, στον έμπρακτο συντονισμό των αντίστοιχων αγώνων και στην ανάδειξη της Αριστεράς σε βασικό παράγοντα των ευρωπαϊκών και διεθνών εξελίξεων. Ένα παγκόσμιο φόρουμ της Αριστεράς θα μπορούσε να διερευνήσει συγκεκριμένα τους όρους και τις δυνατότητες αυτής της προοπτικής.

            Το πολύπλευρο και βαθύ λαϊκό και ενωτικό κίνημα που συγκροτούν όλα τα παραπάνω, ήδη έχει αρχίσει να αναπτύσσεται και ήδη θέτει κεντρικούς πολιτικούς στόχους, γιατί σήμερα οι εργαζόμενοι και οι πολίτες, γυναίκες και άντρες, έχουν αρχίσει να συνειδητοποιούν ότι δεν μπορεί να υπάρξει θετική διέξοδος από τα σημερινά δεινά χωρίς την κατάργηση των μνημονίων, των συνοδευτικών τους μέτρων και των κυβερνήσεων που τα υπηρετούν. Μετά από χρόνια, ο λαός στρέφεται πάλι προς την πολιτική και αντιλαμβάνεται τη σημασία του πολιτικού αγώνα, επιδιώκοντας μια κεντρική πολιτική δημοκρατική ανατροπή και όχι μια απλή κυβερνητική εναλλαγή. Διεκδικεί τη ριζική αναδιάρθρωση του κομματικού και πολιτικού συστήματος που οδήγησε και οδηγεί τη χώρα στη χρεοκοπία και τη δίκαιη τιμωρία εκείνων που οδήγησαν ιδιοτελώς τα πράγματα εδώ, ενώ γίνεται όλο και πιο έτοιμος να αναλάβει τους δύσκολους αγώνες που απαιτούνται, γιατί τίποτε δεν θα μας χαριστεί.

            Σε ό,τι αφορά την ίδια την Αριστερά, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ αποσκοπεί στην ενίσχυσή της, τόσο μέσα από τη δική του ανασυγκρότηση και διεύρυνση προς άλλα τμήματα της ριζοσπαστικής αριστεράς, των αριστερών σοσιαλιστών, του φεμινισμού και της ριζοσπαστικής οικολογίας, όσο και με το να επιμένει, παρά τα προβαλλόμενα εμπόδια, στην ενότητα στη δράση και στην πολιτική συμπαράταξη ολόκληρης της Αριστεράς. Οι σχετικές επιφυλάξεις ή αρνήσεις μπορούν να καμφθούν όσο εμείς επιμένουμε και κυρίως όσο οι πολίτες, γυναίκες και άντρες, αναγνωρίζουν την αξία αυτής της ενότητας και ασκούν κοινωνική πίεση για την πραγματοποίησή της. Μια τέτοια ενίσχυση της Αριστεράς προϋποθέτει το άπλωμά της σε ολόκληρη την κοινωνία και την εμβάθυνση των δεσμών της με εκείνη και αποσκοπεί, εκτός των άλλων, στο να γίνει και να γίνεται η Αριστερά γενικά και ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ ειδικότερα ισχυρός φορέας συλλογικής σκέψης και δύναμη πολιτικής κινητοποίησης του λαού μας. Όπλα του η συλλογικότητα, η δημοκρατία στο εσωτερικό του και οι ανοιχτές σχέσεις με όσα συμβαίνουν στην κοινωνία. Γνώμονάς του οι αξίες και οι απελευθερωτικές ιδέες της Αριστεράς.

            Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ έχει ήδη επεξεργαστεί και θα εξακολουθήσει να επεξεργάζεται, να εξειδικεύει και να εμβαθύνει, ένα πρόγραμμα αγώνα που αρνείται τη μοιρολατρία και τον δήθεν ρεαλισμό της υποταγής και απαντά πειστικά στο ερώτημα του τι κάνουμε και τι μπορούμε να κάνουμε. Το πρόγραμμα αυτό ήδη μετασχηματίζεται στο κυβερνητικό πρόγραμμα που θα κληθεί να εφαρμόσει μια κυβέρνηση της Αριστεράς. Είναι πρόγραμμα που αποσκοπεί πρώτα από όλα στο να σταματήσει η κοινωνική καταστροφή και να αναστραφεί η πορεία προς την κοινωνική διάλυση, είναι πρόγραμμα που θέτει τις βάσεις για την αναμόρφωση του πολιτικού συστήματος, την παραγωγική ανασυγκρότηση, την οικονομική ανόρθωση και την πολιτιστική αναγέννησης της χώρας, είναι πρόγραμμα που ταυτόχρονα ανοίγει δρόμο προς τον σοσιαλισμό.

Μέρος Β

Πλαίσιο προγραμματικών θέσεων:
Για μια νέα λαϊκή, δημοκρατική και ριζοσπαστική μεταπολίτευση

Οι αρχές και οι στρατηγικές κατευθύνσεις που αναπτύξαμε στο Πρώτο Μέρος υποδεικνύουν σε αδρές γραμμές το προς τα πού πορευόμαστε και το πώς θέλουμε να πορευτούμε. Αυτές οι αρχές και κατευθύνσεις οφείλουν να εδράζονται στα πραγματικά προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η χώρα, να αναλύουν αυτά τα προβλήματα και τους αντίστοιχους συσχετισμούς δύναμης, να διατυπώνουν αντίστοιχα αιτήματα και να προτείνουν συγκεκριμένους τρόπους διεκδίκησης. Αλλά τα προβλήματα αυτά σχετίζονται άμεσα με την πρωτοφανή κρίση που διέρχεται η χώρα, αλλά και ολόκληρος ο κόσμος, τα τελευταία χρόνια, όπως και με τις εντάσεις που αναπτύσσονται και τις τάσεις που διαμορφώνονται στο δικό μας γεωπολιτικό πλαίσιο. Οφείλουμε άρα να ξεκινήσουμε από εκεί.

1. Η κρίση σήμερα 

Η κρίση που ζούμε ξέσπασε μετά από τρεις δεκαετίες συσσώρευσης κερδών, μέσα από μια τεράστια αναδιανομή πλούτου και εξουσιών υπέρ του κεφαλαίου που οργάνωσε ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτή τείνει να προσλάβει σήμερα οικουμενικές διαστάσεις, θίγοντας με τον έναν ή τον άλλο τρόπο κάθε χώρα και αγγίζοντας κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής. Πρόκειται κατά βάσιν για δομική κρίση του καπιταλισμού, για κρίση υπερσυσσώρευσης με κύριο χαρακτηριστικό την υπερδιόγκωση του χρηματιστικού τομέα και τον άνευ όρων και ορίων πολλαπλασιασμό των εξεζητημένων κερδοσκοπικών στοιχημάτων άμεσης απόδοσης, με όλα τα συναφή παρελκόμενα (σύνθετα τραπεζικά παράγωγα, οίκοι αξιολόγησης, ασφάλιστρα κινδύνου, εξωχώριες εταιρείες, ξέπλυμα χρήματος και φοροδιαφυγή τεράστιας κλίμακας, κλπ). Στο ίδιο πλαίσιο, η γνώση, η πληροφορία και η χρήση τους, όχι μόνον κατατέμνονται, εργαλειοποιούνται και εμπορευματοποιούνται πλήρως, αλλά συγχρόνως μεταλλάσσονται σε σημαντική πηγή ισχύος, παρέχοντας νέα μέσα για τον έλεγχο της κοινωνικής κίνησης και τη βιοπολιτική διαχείριση των πληθυσμών. Εξωθεσμικά και πλήρως ανεξέλεγκτα κέντρα επιφορτίζονται με το να διαμορφώνουν τις βασικές συντεταγμένες της νέας αυτής σχέσης γνώσης, πληροφορίας και εξουσίας ώστε να μπορέσει να εφαρμοστεί αποτελεσματικά η εκάστοτε κατάλληλη πολιτική. Το λεγόμενο "δόγμα του σοκ" αντλεί τόσο την κεντρική του ιδέα όσο και τα μέσα και τις μεθόδους εφαρμογής του από το οπλοστάσιο που παρέχει αυτή η μετάλλαξη γνώσης και πληροφορίας.

            Για να αντιμετωπίσουν την κρίση, το κεφάλαιο και οι πολιτικοί εκφραστές του επιστράτευσαν και επιστρατεύουν, όχι μόνον τα προγράμματα λιτότητας, την ακραία συμπίεση του κόστους της εργασιακής δύναμης και την εκτίναξη της ανεργίας σε πρωτοφανή επίπεδα, όχι μόνον την απορρύθμιση κάθε θεσμού προστασίας της εργασίας, την εμπορευματοποίηση κάθε δημόσιου αγαθού και την εκποίησή του σε τιμές ευκαιρίας, δηλαδή όλες τις σαρωτικές "μεταρρυθμίσεις" που βρίσκονται σε εξέλιξη, αλλά και την ευρείας κλίμακας καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων, παραγωγικών δυνατοτήτων, ακόμη και χωρών ολόκληρων. Η κρίση έχει ήδη αγγίξει την πολιτική σφαίρα, όχι μόνον ανατρέποντας κυβερνήσεις, διαλύοντας κατεστημένες πολιτικές δυνάμεις και αναδεικνύοντας νέες, αλλά και δρομολογώντας τεκτονικού χαρακτήρα αλλαγές στις παγκόσμιες ισορροπίες.

            Εν μέσω κρίσης, το παγκοσμιοποιημένο κεφάλαιο με τις διάφορες μερίδες του εξακολουθεί να εξαντλεί τα περιθώρια κερδοφορίας από τις χώρες του λεγόμενου «τρίτου κόσμου», οδηγώντας τους λαούς στην εξαθλίωση και προξενώντας τα μεγάλα ρεύματα της οικονομικής μετανάστευσης. Συγχρόνως αυξάνει το βαθμό εκμετάλλευσης στις μητροπόλεις του καπιταλισμού, κατακερματίζει το εργατικό δυναμικό με εθνικά, ηλικιακά ή τοπικά κριτήρια ενώ επιχειρεί να εγκαταστήσει παντού Ειδικές Οικονομικές Ζώνες μισθών κυριολεκτικής πείνας, επισφαλούς εργασίας, δομικής ανεργίας και εκτεταμένης φτώχειας. Τοπικοί πόλεμοι εξακολουθούν να μαίνονται και να διευρύνονται ενώ νέοι εξαπολύονται, οι εστίες έντασης πολλαπλασιάζονται και στους οικονομικούς μετανάστες προστίθενται οι μετανάστες-πρόσφυγες, θύματα των πολέμων. Ο θρησκευτικός φανατισμός, ως λαϊκή αλλά και αντιδημοκρατική ιδεολογία, δεν υποχωρεί. Παράλληλα, νέοι πρωταγωνιστές και αναδυόμενες περιφερειακές δυνάμεις έχουν εμφανιστεί στη διεθνή σκηνή ενώ ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων οξύνεται σε όλα τα επίπεδα. Μολονότι καθολικά μέτωπα δεν είναι διαμορφωμένα, ένας γενικευμένος πόλεμος συνιστά ενδεχόμενο που δεν μπορεί πλέον να αποκλειστεί.

            Η κρίση θίγει όλους τους πολιτικούς θεσμούς, όλους τους όρους και τους τρόπους εκπροσώπησης, την ίδια τη δημοκρατική οργάνωση των κοινωνιών.  Τα συνταγματικά και εν γένει θεσμικά θεμέλια περιφρονούνται επιδεικτικά, αν δεν καταστρέφονται, ενώ κάθε έκφανση της κοινωνικής και προσωπικής ζωής και η ίδια η ηθική σφαίρα υποτάσσονται στις κατεστημένες εξουσίες που συγκεντρώνονται διαρκώς περισσότερο σε ανεξέλεγκτα κέντρα, "εθνικά" και διεθνή. Ελευθερίες και δικαιώματα περιστέλλονται ανενδοίαστα όσο δεν καταπατούνται βάναυσα, υπό τη διαρκή διεύρυνση και εκλέπτυνση των συστημάτων ηλεκτρονικής και "κλασικής" παρακολούθησης. Επιπλέον, η αδιάκοπη προπαγάνδα που ασκεί η τηλεόραση τόσο με τα "ενημερωτικά" όσο και με τα "ψυχαγωγικά"  προγράμματά της, ο κατακερματισμός της γνώσης, η απαξίωση της παιδείας και των ανθρωπιστικών σπουδών, ο υπερτονισμός των "δεξιοτήτων" και η υπόσχεση μιας δήθεν "δια βίου μάθησης", όπως συντελούνται συστηματικά υπό τα βαρύγδουπα ονόματα της "κοινωνίας της γνώσης" και της "κοινωνίας της πληροφορίας", εμπορευματοποιούν όχι μόνον κάθε εκπαιδευτική λειτουργία, αλλά ακόμη την περιέργεια και τον θαυμασμό, δηλαδή θεμελιώδεις ανθρώπινες ιδιότητες, ενόσω αφοπλίζουν την κριτική σκέψη και τείνουν να καταστήσουν όλους μας παθητικούς αποδέκτες όσων επιτάσσουν οι λογής "ειδικοί" και οι εξουσίες που τους ορίζουν.

            Η κρίση όχι μόνον δεν φαίνεται να αναστέλλεται από τα σπασμωδικά και ατελέσφορα μέτρα που αναλαμβάνονται εδώ ή εκεί, αλλά βαθαίνει και διευρύνεται διαρκώς περισσότερο, με σκοτεινό μέλλον και χωρίς ορατή έκβαση, με εξαιρετικά επικίνδυνα ενδεχόμενα να ανοίγονται μπροστά μας. Βαθαίνει και διευρύνεται με τρόπους που απαγορεύουν κάθε είδους επιστροφή στην πρότερη κατάσταση μιας σχετικής διεθνούς ισορροπίας, όπου το κάθε κράτος φαινόταν να διατηρεί τη δυνατότητα να παρεμβαίνει ώστε κάπως να εξισορροπεί τις απαιτήσεις του κεφαλαίου με τα κοινωνικά αιτήματα και να αποκαθιστά ανεκτές μορφές συναίνεσης τουλάχιστον με τα μεσαία στρώματα. Βαθαίνει και διευρύνεται με τρόπους που, όχι μόνο διαγράφουν κάθε ελπίδα ότι θα ανακτήσουμε αυτούσια εκείνα που χάσαμε, αλλά τρόπους που, όσο δεν ανατρέπεται ριζικά η φορά κίνησης των πραγμάτων, καθιστούν τις προσδοκίες για το μέλλον διαρκώς πιο σκοτεινές.

Προσθήκη 1 - Μ. Φραγκιαδάκη



            Μέσα σε αυτό το γενικό πλαίσιο και ενόσω η ανθρωπιστική καταστροφή εξαπλώνεται στην Ελλάδα, η αντιμετώπιση της Κύπρου άνοιξε μια νέα σελίδα στους τρόπους διαχείρισης της κρίσης. Στο πολύ γνωστό μας πλέον τρίπτυχο ακραία λιτότητα- -ιδιωτικοποιήσεις-υποβιβασμός της παραγωγικής βάσης προστίθεται η ενεργός παρέμβαση στην ελεύθερη διακίνηση των ροών του χρήματος μέσω της "ιδέας" ότι οι τράπεζες που κινδυνεύουν με κατάρρευση -που είναι πλέον πολλές- οφείλουν να διασώζονται με δικές τους δυνάμεις, δηλαδή τελικά μέσω των καταθέσεων. Αυτή η αντιμετώπιση, καταργώντας στην πράξη τη διευρωπαϊκή "αλληλεγγύη" του κεφαλαίου και την "ισότιμη" μεταχείριση των μερίδων του, χρωματίζει εθνικά τις τελευταίες καθώς τις συναρτά ευθέως με την αντίστοιχη κυβερνητική πολιτική: οι τράπεζες του ευρωπαϊκού πολιτικού Βορρά -και κατ' εξοχήν οι γερμανικές- είναι ασφαλέστερες από τις τράπεζες του ευρωπαϊκού πολιτικού Νότου και άρα οι καταθέσεις οφείλουν να κατευθύνονται εκεί. Υπό αυτή τη συνθήκη, η αντιμετώπιση της Κύπρου δεν ανοίγει απλώς τον ασκό του οικονομικού Αιόλου, αλλά και εκείνους των ευρωπαϊκών εθνικισμών τους οποίους η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση ιδρύθηκε για να καταργήσει: φαίνεται όλο και πιο καθαρά ότι η στρατηγική της γερμανικής κυβέρνησης είναι να μετατρέψει την οικονομική ισχύ της Γερμανίας σε πολιτική ηγεμόνευση επί της Ευρώπης συνολικά, ηγεμόνευση της οποίας η ιδεολογική διάσταση -που ανάγει τα πάντα στην "ηθική" εκείνου που πωλεί πάντοτε τοις μετρητοίς- δεν είναι καθόλου αμελητέα.

            Σε αυτές τις συνθήκες και όσο και αν οι κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών χωρών παραμένουν προσδεδεμένες στο άρμα της γερμανικής πολιτικής, οι φυγόκεντρες τάσεις πολλαπλασιάζονται: οι χώρες το ευρωπαϊκού πολιτικού Νότου αποκτούν κοινά συμφέροντα, το ρήγμα μεταξύ κυβερνήσεων και λαών διευρύνεται παντού στην Ευρώπη, μεγάλες διαδηλώσεις και πολύμορφες αντιστάσεις αναπτύσσονται στην Πορτογαλία, στην Ισπανία και αλλού, το πολιτικό σύστημα της Ιταλίας ρευστοποιείται, τα αντιγερμανικά αισθήματα -που συχνά περιλαμβάνουν αδιακρίτως και αδίκως ολόκληρο τον γερμανικό λαό- διαχέονται πλατιά και βαθαίνουν, οι μνήμες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και της πρόσφατης ιστορίας ανακαλούνται στο προσκήνιο. Η νεοφιλελεύθερη διαχείριση της κρίσης προσκρούει πλέον σε πολιτικά όρια. Αλλά απέναντι και σε αυτά τα όρια, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εξακολουθούν να προωθούν τα συμφέροντα του κεφαλαίου χωρίς να υπολογίζουν ούτε το αντίστοιχο ιστορικό κόστος. Έτσι, η κοινή  πολιτική των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων όχι μόνον καταπατά ανενδοίαστα τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και υποτάσσει την Ευρώπη ολόκληρη σε ολιγομελή διευθυντήρια που δεν απολογούνται πουθενά, όχι μόνον περιστέλλει τη δημοκρατία σε κάθε χώρα χωριστά, αλλά ταυτόχρονα διαγράφει από το οπτικό πεδίο των ευρωπαϊκών λαών τόσο τη μεγάλη υπόσχεση της σύγκλισης μισθών, συντάξεων και εισοδημάτων όσο και το αίτημα της μόνιμης ειρήνης που πρυτάνευσε της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Ο λόγος ύπαρξης μιας ενωμένης Ευρώπης αρχίζει να χάνεται από τον ορίζοντα ενώ το ευρώ αντιμετωπίζεται απλώς ως όχημα της γερμανικής πολιτικής, και μάλιστα για όσο καιρό το θελήσει η ίδια. Το μέλλον της Ευρωζώνης αλλά και της ίδιας της ενωμένης Ευρώπης καθίσταται διαρκώς περισσότερο επισφαλές.

Προσθήκη 2 - Μ.Φραγκιαδάκη

2. Η τρέχουσα διεθνής κατάσταση και οι τάσεις που διαφαίνονται
 
Ένα δόγμα που επιβεβαιώνεται διαρκώς στη μέση διάρκεια πρεσβεύει ότι μια χώρα μπορεί να διεκδικήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην παγκόσμια σκηνή μόνο εφόσον διατηρεί τον έλεγχο των θαλασσών. Παρά την εμφανή μείωση της διεθνούς επιρροής τους, οι ΗΠΑ παραμένουν η θαλασσοκράτειρα δύναμη ενόσω εξακολουθούν να κατέχουν τη θέση αιχμής στις τεχνολογίες του πολέμου. Η απομείωση της πολιτικής ηγεμονίας των ΗΠΑ οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, εκ των οποίων σημαντικότερος ίσως είναι η άνοδος της Κίνας. Έτσι, μεγάλο μέρος των διεθνών εντάσεων μεταφέρεται στην Άπω Ανατολή, όπου οι τριβές μεταξύ Ιαπωνίας και Κίνας αυξάνονται ενόσω η Ιαπωνία, παραδοσιακή σύμμαχος των ΗΠΑ, αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα. Στην ίδια περιοχή, η κρίση στην Κορεατική χερσόνησο προκαλεί τον φόβο του ανεξέλεγκτου αλλά και χρυσό πρόσχημα για την πιο συστηματική εμπλοκή των ΗΠΑ. Παράλληλα ένας ακήρυκτος νομισματικός πόλεμος βρίσκεται σε εξέλιξη, με τα κύρια νομίσματα (δολάριο, ευρώ, γιουάν, γεν) να επιχειρούν να κατακτήσουν ευνοϊκότερες θέσεις. H αποδιοργάνωση, αβεβαιότητα και ρευστότητα των διεθνών συναλλαγών, σε συνδυασμό με την αστάθεια του διεθνούς τραπεζικού συστήματος, επαναφέρει τον χρυσό σε ορισμένες χρηματικές λειτουργίες, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο τον ρόλο των εθνικών κρατών στη διαχείριση της οικονομικής συγκυρίας.

            Η μείωση της επιρροής των ΗΠΑ συνοδεύεται, εκτός των άλλων, με την ανάδυση  ενός νέου πολυ-πολικού κόσμου. Οι λεγόμενες BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδίες, Κίνα, Νότια Αφρική) επιχειρούν να πυκνώσουν τις οικονομικές σχέσεις τους και να οργανώσουν τις νομισματικές, τροποποιώντας ταυτόχρονα τις ισορροπίες στους διεθνείς οργανισμούς. Το πώς έγινε αποδεκτό το πέρασμα από του G8 στου G20 είναι ενδεικτικό της νέας κατάστασης. Ειδικότερα η Ρωσία εμφανίζεται και πάλι δυναμικά στην παγκόσμια σκηνή ενώ διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο στο πολιτικό κάδρο της Ευρώπης. Με καταλύτη αυτήν τη διεκδίκηση, όλα τα εκκρεμή διεθνή ζητήματα στη δική μας περιοχή αποκτούν τον χαρακτήρα του επείγοντος και απαιτούν νέες συνολικές ρυθμίσεις. Τα επίδικα πολλαπλασιάζονται: οι δρόμοι του ρωσικού φυσικού αερίου, η εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων στην Ανατολική Μεσόγειο, οι τύχες του εμφυλίου στη Συρία και των διευκολύνσεων του ρωσικού στόλου, ο πραγματικός χαρακτήρας του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, το Παλαιστινιακό, το Κυπριακό, το Κουρδικό. Σε αυτό το πλαίσιο δημιουργούνται νέες εστίες έντασης που προστίθενται στις παλιές που αφορούσαν και εξακολουθούν να αφορούν το Ιράκ, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, τις Αραβικές χώρες, αλλά και την "Αραβική άνοιξη" εδώ ή εκεί, όπως προσπαθεί να αντεπεξέλθει στις πολιτικές, στρατιωτικές και θρησκευτικές προσπάθειες για την καταστολή της.

            Σημαντικό είναι ότι την ίδια στιγμή πυκνώνουν τα βήματα οικονομικής και πολιτικής συνεργασίας στη Λατινική Αμερική καθώς αρκετές χώρες της αποδεσμεύονται ως ένα βαθμό από τους παγκόσμιους οργανισμούς κυριαρχίας, δίνοντας εναλλακτικά παραδείγματα συνέργειας. Τα παραδείγματα αυτά μπορούν να εμπνεύσουν τις χώρες του ευρωπαϊκού πολιτικού Νότου γιατί παρέχουν υποδείγματα κοινής στρατηγικής που δεν εγκλωβίζεται σε παρωχημένα σχήματα αυτοδύναμης ανάπτυξης και νομισματικούς ανταγωνισμούς αλλά, αντίθετα, καλλιεργούν μορφές συνεργασίας οι οποίες, στην περίπτωση της Ευρώπης, οφείλουν οπωσδήποτε να περιλάβουν τη σταθερή συμμαχία με τα πληττόμενα κοινωνικά στρώματα του ευρωπαϊκού πολιτικού Βορρά.

            Με αυτά δεδομένα, η στρατηγική της Γερμανικής κυβέρνησης και των συμμάχων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού είναι υποχρεωμένη να κινηθεί σε ένα γεωπολιτικό πλαίσιο που γίνεται όλο και περισσότερο ασταθές. Αυτή η αστάθεια επιβαρύνει περισσότερο την κρίση καθιστώντας ακόμη πιο σπασμωδικά τα ημίμετρα που επιδιώκουν να την αμβλύνουν, πάντοτε από τη σκοπιά και προς όφελος του κεφαλαίου. Σε αυτό το ασταθές γεωπολιτικό πλαίσιο η χώρα μας οφείλει όχι μόνο να ενδυναμώσει τις σχέσεις της με τις χώρες του ευρωπαϊκού πολιτικού Νότου και όλους τους ευρωπαϊκούς λαούς, αλλά και να κινηθεί με νηφάλια αποφασιστικότητα και τολμηρή σύνεση σε ένα διεθνές περιβάλλον που αλλάζει ραγδαία. Γιατί η χώρα μας δεν είναι μόνο χώρα της Ευρώπης και του ευρωπαϊκού πολιτικού Νότου. Είναι ταυτόχρονα μέρος των Βαλκανίων και κρίκος που συνδέει την Ευρώπη με τη Μέση Ανατολή.

            Η Ελλάδα συνδέεται με τους λαούς της Βαλκανικής με κοινή ιστορία αιώνων, αλλά και μέσω συγκρούσεων που υποδαύλιζαν οι μεγάλες δυνάμεις και τροφοδοτούσαν οι ανταγωνιστικοί εθνικισμοί, όπως συνδέονταν με διαφορετικές γλωσσικές και πολιτισμικές παραδόσεις και τη γεωγραφική διασπορά των αντίστοιχων πληθυσμών. Η διάλυση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, όπως προωθήθηκε με την καθοριστική παρέμβαση των μεγάλων δυνάμεων, δημιούργησε νέες συγκρούσεις και τοπικούς πολέμους ενώ ισχυρά κατάλοιπα αυτών των συγκρούσεων λειτουργούν ακόμη και σήμερα. Σε ό,τι αφορά τη χώρα μας, παραμένουν τριβές κυρίως με την ΠΓΔΜ. Οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε αυτές τις τριβές με βάση αρχές: η εδαφική ακεραιότητα κάθε χώρας είναι απαραβίαστη, οι υπάρχουσες μειονότητες είναι απολύτως σεβαστές, οι σχέσεις καλής γειτονίας οφείλουν να πρυτανεύουν, η δημοκρατία συνιστά απαράβατο πλαίσιο, οι διαφορές πρέπει να επιλύονται ειρηνικά με βάση το διεθνές δίκαιο και τις αποφάσεις του ΟΗΕ. Ταυτόχρονα, μόνιμο και ενεργό μέλημά μας οφείλει να είναι η ταξική και διεθνική αλληλεγγύη που αναγνωρίζει τον άλλον και τη διαφορετικότητά του και καταπολεμά συστηματικά τον εθνικισμό αντιτάσσοντας έναν καλώς εννοούμενο πατριωτισμό. Έχουμε επίγνωση ότι στις μέρες μας η καλλιέργεια αλυτρωτικών βλέψεων συνιστά πρόσχημα που επιδιώκει άλλα από αυτά που διατείνεται γι αυτό προέχει η άρση των όρων παραγωγής και αναπαραγωγής τους. Σε αυτή τη βάση και όπως έχουν σήμερα τα πράγματα, θεωρούμε πως το πρόβλημα με την ΠΓΔΜ μπορεί να επιλυθεί με την επιλογή σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό  που θα ισχύει για όλες τις χρήσεις.

            Ανάλογη ιστορία αιώνων συνδέει την Ελλάδα με τις χώρες της Μέσης Ανατολής. Η ιστορία αυτή είναι κυρίως ιστορία φιλίας που δεν ανακόπηκε με την άνοδο του Ισλάμ ενώ απέκτησε νέα ώθηση με την πρόσφατη "Αραβική Άνοιξη". Αλλά από την άλλη μεριά, είμαστε μάρτυρες του ότι, την εποχή του πετρελαίου, η Μέση Ανατολή υπήρξε και παραμένει πεδίο συνεχών συγκρούσεων και έντονων ανταγωνισμών των μεγάλων δυνάμεων, πεδίο που απειλείται μόνιμα από γενικευμένη ανάφλεξη. Τουλάχιστον μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τις συγκρούσεις και τους ανταγωνισμούς αυτούς συμπυκνώνει το Παλαιστινιακό ζήτημα και η διαμάχη των αραβικών χωρών με το Ισραήλ. Οι προεκτάσεις εξακτινώνονται στο Ιράν, την Τουρκία, την Συρία, το Ιράκ, το ιστορικό Κουρδιστάν, τα Εμιράτα του Περσικού Κόλπου και τη Σαουδική Αραβία, για να καταλήξουν στο κυρίως ζητούμενο: την κάρπωση των ενεργειακών και υδάτινων πόρων της περιοχής.

            Λόγω της γεωγραφικής της θέσης, η χώρα μας εμπλέκεται υποχρεωτικά σε όλα τα παραπάνω.  Ο ρόλος της οφείλει να είναι συνετά ενεργός στη βάση μιας αυστηρής πολιτικής αρχών που δεν θα την παρασύρει σε σύγκρουση με ό,τι θετικό κατέκτησε στη διάρκεια εκατονταετιών με όλους τους λαούς της περιοχής. Οφείλουμε να επιμείνουμε σταθερά στην ανακήρυξη ανεξάρτητου, πλήρως κυρίαρχου παλαιστινιακού κράτους, πλάι στο κράτος του Ισραήλ, στα διεθνώς αναγνωρισμένα σύνορα του 1967. Η συνεπής στήριξη του Παλαιστινιακού λαού δεν είναι ασύμβατη με την ύπαρξη σχέσεων Ελλάδας - Ισραήλ υπό την προϋπόθεση ότι η χώρα δεν θα εμπλακεί κατά κανένα τρόπο στους επιθετικούς σχεδιασμούς του τελευταίου που συνιστά, υπενθυμίζουμε, μείζονα πυρηνική δύναμη. Είμαστε ριζικά αντίθετοι σε κάθε επίθεση κατά του Ιράν με οποιοδήποτε πρόσχημα και δεν θα επιτρέψουμε τη χρήση του εδάφους της χώρας μας και του εναέριου χώρου της για επίθεση εναντίον του. Επιπλέον, οφείλουμε να παρακολουθούμε με προσοχή τις εξελίξεις στη Συρία υποστηρίζοντας ότι ο συριακός λαός πρέπει να δώσει μόνος του λύσεις στα προβλήματά του στην κατεύθυνση της εγκαθίδρυσης της δημοκρατίας και της κατοχύρωσης όλων των ελευθεριών, χωρίς να κατατμηθεί η χώρα του. Σε κάθε περίπτωση οφείλουμε να προτάσσουμε την αλληλεγγύη των λαών της περιοχής και το δικαίωμά τους να οργανώνουν τα του οίκου τους και να πρωτοστατήσουμε στον αγώνα για μια ειρηνική Μέση Ανατολή, για τη μετατροπή όλης της μεσογειακής λεκάνης σε θάλασσα ειρήνης, φιλίας και συνεργασίας των λαών της.

            Η Τουρκία, αφού ξεπέρασε την οικονομική κρίση της και άρχισε να διευθετεί τις σχέσεις πολιτικής εξουσίας και στρατιωτικού κατεστημένου με πρόταγμα έναν ήπιο ισλαμισμό, διεκδικεί νέες σχέσεις με τον αραβικό κόσμο και ρόλο ηγετικής περιφερειακής δύναμης. Η εξωτερική πολιτική που ακολουθεί και η διπλωματία που ασκεί, ιδιαίτερα απέναντι στη χώρα μας, τείνει να πολλαπλασιάζει αιτήματα και διεκδικήσεις συντηρώντας μορφές έντασης που εναλλάσσονται με διακηρύξεις φιλίας. Αλλά ο ελληνικός και ο τουρκικός λαός δεν έχουν τίποτε να χωρίσουν. Σε αυτή τη βάση, οι σχέσεις καλής γειτονίας εμπεδώνονται με βάση την ειρήνη, την καλλιέργεια της φιλίας, τον αμοιβαίο σεβασμό των κυριαρχικών δικαιωμάτων και των πολιτισμικών παραδόσεων, το διεθνές δίκαιο και τις αποφάσεις του ΟΗΕ.

            Η Κύπρος δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί σαν οποιαδήποτε άλλη χώρα της περιοχής μας. Ο αντι-αποικιοκρατικός αγώνας της, υπό το σύνθημα της "Ένωσης", αποτέλεσε ύστερη έκφανση των αγώνων υπέρ της Ελληνικής εθνικής ολοκλήρωσης ενώ το μεταγενέστερο σύνθημα και ο αγώνας υπέρ της "Αυτοδιάθεσης" πυροδότησε μεγάλους αγώνες στην Ελλάδα. Οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου υπήρξαν συμβιβασμός που διατήρησε ισχυρά στοιχεία του προηγούμενου αποικιακού καθεστώτος (ακόμη υπάρχουν "εγγυήτριες δυνάμεις" και μεγάλες Βρετανικές στρατιωτικές βάσεις) ενώ, κατά το πάγιο δόγμα του "διαίρει και βασίλευε" της τέως Βρετανικής Αυτοκρατορίας, η ύπαρξη τουρκικής μειονότητας και η εύλογη αμφιθυμία της απέναντι στην προοπτική μιας αυτοδιάθεσης με αμιγώς ελληνικά χαρακτηριστικά χρησιμοποιήθηκαν ως καθοριστικό στοιχείο του συμβιβασμού που επιτεύχθηκε. Από κει και πέρα οι τριβές μεταξύ των δύο κοινοτήτων, όπως υποκινήθηκαν από την Βρετανική πολιτική και όπως καλλιεργήθηκαν από ακραίους εθνικιστικούς κύκλους, δημιούργησαν πρόσφορο έδαφος για το εγκληματικό χουντικό πραξικόπημα ενάντια στη νόμιμη κυβέρνηση του Μακαρίου. Με πρόσχημα το τελευταίο, η Τουρκία κατέλαβε στρατιωτικά το βόρειο τμήμα της Κύπρου, με την άμεση ή έμμεση ενθάρρυνση των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Αυτή η κατάληψη αποτέλεσε καταλύτη για την κατάρρευση της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα. Από την άλλη μεριά, η στρατιωτική κατοχή του βόρειου τμήματος της Κύπρου από τότε και η τουρκική πολιτική του συνεχιζόμενου παράνομου εποικισμού της συνιστούν μείζονα εμπόδια για την επίλυση του Κυπριακού.

            Με αυτά τα δεδομένα, οι τύχες της Ελλάδας και της Κύπρου ήταν και παραμένουν άρρηκτα συνυφασμένες. Σήμερα μάλιστα, οι σχέσεις πυκνώνουν γιατί οι κυρίαρχες δυνάμεις στην Ευρωζώνη και την Ευρώπη έχουν μετατρέψει την Κύπρο στο δεύτερο, μετά την Ελλάδα, πειραματόζωο της πολιτικής τους, ωθώντας έτσι σε ακόμη μεγαλύτερη σύσφιξη των σχέσεων ανάμεσα στους δύο λαούς που υποφέρουν από την ίδια πολιτική, και όπου, βέβαια, οι Τουρκοκύπριοι αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του Κυπριακού λαού. Τα πράγματα περιπλέκονται με το ζήτημα των υδρογονανθράκων και τους διεθνές ανταγωνισμούς που συνεπάγονται, απαιτώντας λεπτούς και σύνθετους χειρισμούς στο επίπεδο των διεθνών και διπλωματικών σχέσεων τόσο της Ελλάδας όσο και της Κύπρου. Η ολόπλευρη στήριξη της κρατικής υπόστασης της Κύπρου, η υπεράσπιση της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο σεβασμός και η υλοποίηση των αποφάσεων του ΟΗΕ για διζωνική και δικοινοτική ομοσπονδία, με μία ιθαγένεια, μία κυριαρχία και μία διεθνή προσωπικότητα, όπως έχουν γίνει αποδεκτές από όλες τις πολιτικές δυνάμεις εκεί, ο κριτικός σεβασμός των αποφάσεων της εκλεγμένης κυπριακής ηγεσίας, οι στενές σχέσεις με τις ευρύτερες δημοκρατικές δυνάμεις της Κύπρου και οι συντροφικές σχέσεις με το ΑΚΕΛ και την κυπριακή Αριστερά αποτελούν άξονες της πολιτικής μας.

3. Η κοινωνική και οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα

Ο νεοφιλελευθερισμός στην Ελλάδα έχει ήδη την ιστορία του. Η αποφασιστική στροφή προς εκείνον συντελέστηκε από την κυβέρνηση Μητσοτάκη και εντάθηκε με τις κυβερνήσεις Σημίτη. Σημαντικά χαρακτηριστικά της υπήρξαν η ιδιωτικοποίηση των "προβληματικών" επιχειρήσεων, η δρομολόγηση μιας στοιχειώδους τεχνολογικής αναδιάρθρωσης της βιομηχανικής παραγωγής μέσω αυτοματοποίησης και εισαγωγής της πληροφορικής, η ελεγχόμενη άνοδος της ανεργίας και η απαρχή εφαρμογής μέτρων ελαστικοποίησης των εργασιακών σχέσεων. Η πολιτική αυτή -στην οποία αντιστάθηκε το μαζικό κίνημα και η Αριστερά επιτυγχάνοντας κάποιες σημαντικές νίκες- βοήθησε την επέκταση της καπιταλιστικής επιχειρηματικής δραστηριότητας και οδήγησε σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης -ταξικά προσανατολισμένης, στρεβλής και μονόπλευρης- στους οποίους συνέτειναν τα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης που αποσκοπούσαν κυρίως στην κατασκευή υποδομών, αναγκαίων για την ταχεία κυκλοφορία κεφαλαίων, εργατικού δυναμικού, προϊόντων και υπηρεσιών. Η περίοδος 2000–2008 δεν εμφάνισε μεν τους αυξητικούς ρυθμούς της προηγούμενης περιόδου, αλλά διατήρησε τα επιχειρηματικά μεγέθη σε υψηλά επίπεδα. Κάμψη της ανάπτυξης αρχίζει να εμφανίζεται περί το τέλος του 2008 ενόσω αρχίζει η  επέλαση της κρίσης με τα γνωστά άνισα αποτελέσματα στις διάφορες χώρες του αναπτυγμένου καπιταλιστικού κόσμου. Στη χώρα μας, ενώ κατά τα δύο πρώτα χρόνια της κρίσης ακολουθείται μια πορεία μείωσης της επιχειρηματικής κερδοφορίας μέχρι μηδενισμού, τα επόμενα τρία επισυμβαίνει μια χωρίς προηγούμενο κατακρήμνιση όλων των μακροοικονομικών δεικτών.

            Λίγο πριν αρχίσει η κατακρήμνιση, το καμπανάκι του κινδύνου χτύπησε εκκωφαντικά για τις δυνάμεις της αστικής ταξικής κυριαρχίας. Έτσι οδηγηθήκαμε στα αλλεπάλληλα μνημόνια και τους συναφείς εφαρμοστικούς νόμους, δηλαδή στην εφαρμογή μιας πολιτικής "ολοκληρωτικού" καπιταλισμού που ουσιαστικά καταργεί κάθε έννοια κοινωνικού συμβολαίου και επιδιώκει να καταστήσει την εργασιακή δύναμη φθηνή, πειθήνια και απορυθμισμένη, προκειμένου να συγκρατηθούν οι ζημίες του επιχειρηματικού κεφαλαίου και να στηριχθούν οι όποιοι κερδοφόροι τομείς εξακολουθούσαν να υπάρχουν. Προκειμένου να επιτύχει την οικονομική του σωτηρία, ο ελληνικός καπιταλισμός και οι ευρωπαϊκοί σύμμαχοί του οδηγήθηκαν στο να καταβροχθίσουν εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας, να εκκαθαρίσουν εκατοντάδες μεγάλες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις, να επιφέρουν κατακόρυφη μείωση μισθών και συντάξεων, να συνθλίψουν εργατικά δικαιώματα και ελευθερίες, να καταργήσουν όποιες μορφές κοινωνικού κράτους απομένουν, να προκαλέσουν την κατάρρευση των ταμείων κοινωνικής ασφάλισης.
           
            Από τη μεταπολίτευση και για τριάντα περίπου χρόνια, το αστικό μπλοκ εξουσίας λειτουργούσε εν πολλοίς νομιμοποιημένα, καθώς οι μορφές καπιταλιστικής ανάπτυξης που ακολουθήθηκαν διασφάλιζαν συναίνεση με την πλειονότητα των μεσαίων στρωμάτων, αλλά και με σημαντικά τμήματα του κόσμου της μισθωτής εργασίας. Όμως η κρίση άλλαξε κατά τρόπο ριζικό το τοπίο. Για να καταλάβουμε το μέγεθος της καταστροφής, ίσως αρκεί ένας αριθμός: τα χρόνια των μνημονίων χάθηκαν 850.000 θέσεις εργασίας. Για να δημιουργηθούν αυτές οι θέσεις χρειάσθηκαν 17 χρόνια, με μέση ετήσια αύξηση του ΑΕΠ κατά 4%! Το τι πραγματικά σημαίνει αυτός ο αριθμός σε όλα τα επίπεδα το ζούμε όλοι και όλο και πιο έντονα: διαρκώς μεγαλύτερα τμήματα της μισθωτής εργασίας εντάσσονται σε καθεστώς μόνιμης ανεργίας, οι εργασιακές σχέσεις τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα διαλύονται, ευρύτατες μερίδες των μεσαίων στρωμάτων, παλιών και νέων, καταστρέφονται ενώ ακόμη και μικρομεσαίες μερίδες της αστικής τάξης αντιμετωπίζουν το φάσμα του οικονομικού αφανισμού. Τα πλήγματα είναι καίρια στο εισόδημα και στην αγοραστική δύναμη, στα δικαιώματα, στην ασφάλιση, στην υγεία, στην παιδεία, στο περιβάλλον, στις ελευθερίες, σε ολόκληρο τον τρόπο ζωής.
           
            Στο εσωτερικό του κόσμου της μισθωτής εργασίας δρομολογήθηκαν ισχυρές ροπές τόσο κεντρομόλες -ροπές που ενοποιούν- όσο και φυγόκεντρες -ροπές που απομακρύνουν. Από τη μια μεριά, τα πλήγματα που δέχθηκε η μισθωτή εργασία θίγουν το σύνολό της, αφού οι εισοδηματικές περικοπές, οι φορολογικές επιβαρύνσεις, η αποψίλωση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων, η κατάρρευση υγείας και παιδείας αφορούν τους πάντες και αιτούνται ενιαία αντιμετώπιση. Από την άλλη μεριά όμως, η εκάστοτε εστίαση των επιθέσεων, οι διαφορετικοί όροι πρόσληψής τους, όπως συναρτώνται με τις κατεστημένες νοοτροπίες, τον κοινωνικό αυτοματισμό και τη συστηματική προπαγάνδα που τον καλλιεργεί καθημερινά, τείνουν να δημιουργήσουν νέους διαχωρισμούς, νέες μορφές ταξικού κατακερματισμού και εσωτερικές διαφοροποιήσεις που δημιουργούν την ψευδαίσθηση αντιτιθέμενων συμφερόντων. Η πρωτοφανής ανεργία και η απειλή της για όσους έχουν ακόμη δουλειά συντείνουν στην ίδια κατεύθυνση.
           
            Η επίτευξη της ταξικής ενότητας του κόσμου της μισθωτής εργασίας αποτελεί πρώτιστο στόχο μας, τόσο αμυντικά, για την προάσπιση των κοινών συμφερόντων, όσο και επιθετικά, με στόχο μια εναλλακτική, λαϊκή και ριζοσπαστική, πολιτική διακυβέρνησης. Κεντρικό ζητούμενο είναι ακόμη η κοινωνική συμμαχία της εργατικής τάξης με τα παραδοσιακά και νέα μικρομεσαία στρώματα της πόλης και της υπαίθρου. Αλλά επειδή αυτή η διπλή ενότητα είναι σήμερα πιο κοντά από ποτέ, το κεφάλαιο και οι πολιτικοί εκφραστές του σε Ελλάδα και Ευρώπη κάνουν και θα κάνουν το παν για να την αποτρέψουν. Η επιτυχία του αγώνα εξαρτάται καθοριστικά από το πόσο και το πώς οι δυνάμεις της ενότητας θα υπερισχύουν έναντι των δυνάμεων του κατακερματισμού και της διαίρεσης, από το πόσο και το πώς θα επιτευχθεί η ενότητα και η συμπόρευση μισθωτών, ανέργων και μικρομεσαίων στρωμάτων, από το πόσο και το πώς τα συνδικάτα και όλοι οι αντίστοιχοι αντιπροσωπευτικοί φορείς θα αγκυρωθούν ταξικά, θα μαζικοποιηθούν και θα διαμορφώσουν μια επαρκή πολιτική διεκδικήσεων, από το πόσο και το πώς το εναλλακτικό σχέδιο της Αριστεράς θα πείσει τους πολλούς να συστρατευθούν για την πραγματοποίησή του.

4. Η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα 

Η βίαιη ταξική πόλωση της τελευταίας τριετίας  οδηγεί  ολόκληρο το πολιτικό σύστημα σε μεγάλες και βαθιές ανακατατάξεις. Η διάταξη των πολιτικών δυνάμεων, όπως είχε παγιωθεί μετά τη μεταπολίτευση, αποδιαρθρώθηκε και αποδιαρθρώνεται όλο και περισσότερο ενώ δεσπόζουσα θέση επιδιώκει να καταλάβει ένας τρικέφαλος σχηματισμός ο οποίος, αδυνατώντας να οικοδομήσει την αναγκαία για την επιβίωσή του πλατιά συναίνεση, στηρίζεται όλο και πιο καθαρά στην άνωθεν επιβολή και στον αυταρχισμό. Μια έρπουσα αντιδημοκρατική εκτροπή βρίσκεται σε εξέλιξη. Έτσι, οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου πολλαπλασιάζονται, ο κοινοβουλευτικός έλεγχος περιφρονείται, το κοινοβούλιο περιθωριοποιείται, το Σύνταγμα καταπατείται ανενδοίαστα. Την ίδια στιγμή, οι θεσμοί προστασίας του πολίτη διαλύονται, οι φασίζοντες μηχανισμοί εντός των Σωμάτων Ασφαλείας προστατεύονται και ενισχύονται ενώ αντίστοιχες "ιδέες" έχουν αρχίσει να εμφανίζονται σε τμήματα των ενόπλων δυνάμεων. Στο ιδεολογικό επίπεδο, οι δημοκρατικές κατακτήσεις της μεταπολίτευσης λοιδορούνται,  ο αντιφασιστικός αγώνας συκοφαντείται, οι διώξεις του φρονήματος πολλαπλασιάζονται, όλες οι αξίες που οργανώνουν την κοινωνική ζωή υποβάλλονται στις επιταγές του "μονόδρομου" των μνημονίων. Η εφαρμογή αυτού του "μονόδρομου" γίνεται ο υπέρ πάντων αγών.
           
            Σε αυτό το πλαίσιο, η παραδοσιακή διάκριση των τριών πολιτικών οικογενειών  -δεξιά, κέντρο, αριστερά- έχει πάψει να αντιστοιχεί στις παγιωμένες για μεγάλο διάστημα εκπροσωπήσεις κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων και στις αντίστοιχα εμπεδωμένες νοοτροπίες. Στη θέση των παραδοσιακών εκπροσωπήσεων τείνουν να διαμορφωθούν δύο αντίπαλα πολιτικό-κοινωνικά μπλοκ.
           
            Από τη μια μεριά, είναι το ενιαίο πλέον μπλοκ του τέως δικομματισμού με την προσθήκη της ΔΗΜΑΡ στην κυβέρνηση και την έμμεση πρόσδεση κάποιων στελεχών του Σημιτικού "εκσυγχρονισμού" που διαμορφώνουν τυπικά ανεξάρτητες κινήσεις ελπίζοντας να αποκομίσουν διαπραγματευτική δύναμη. Παρά τις κατά καιρούς εμφανιζόμενες διαφοροποιήσεις, επικοινωνιακού κατά βάσιν χαρακτήρα, αυτό το μπλοκ αλληλοσυμπληρούμενων δυνάμεων που περιλαμβάνει τόσο ακροδεξιές όσο και κεντροαριστερές συνιστώσες, τείνει να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά παράταξης, με τη δική της ιδεολογία, με τις δικές της εφημερίδες, με τις δικές της "ενημερωτικές" εκπομπές στην τηλεόραση, με τα δικά της στελέχη, όπως είναι διάσπαρτα στους κρατικούς και περί το κράτος οργανισμούς, με τους δικούς της οργανικούς διανοούμενους. Η πολύμορφη αυτή παράταξη που  τείνει να γίνει ενιαία συνυφαίνεται σχεδόν αξεδιάλυτα με το κράτος και τους μηχανισμούς ισχύος του, όπως αυτοί είχαν διαμορφωθεί μετά τη μεταπολίτευση, ενώ θεμελιώδης στόχος της φαίνεται πως είναι το να διατηρήσει αυτή τη συνύφανση με κάθε μέσο.
           
            Το μπλοκ αυτό εκπροσωπεί ταξικά, με διάφανο πλέον τρόπο, το μεγάλο "ελληνικό" κεφάλαιο -τραπεζικό, εφοπλιστικό, εμπορικό- όπως είναι στενά συνδεδεμένο με το ευρωπαϊκό και διεθνές. Εκπροσωπεί επίσης το κρατικοδίαιτο κεφάλαιο των "μεγάλων έργων" και των "αποκλειστικών προμηθευτών" που ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος των ηλεκτρονικών και έντυπων ΜΜΕ καθώς και άλλους προπαγανδιστικούς μηχανισμούς. Η πολυσυζητημένη διαπλοκή εντοπίζεται ακριβώς εδώ. Στο ίδιο μπλοκ παρέχουν στήριγμα μικροαστικά κατά βάσιν στρώματα που παραμένουν εγκλωβισμένα σε έναν ιστορικά διαμορφωμένο συντηρητισμό και στην προπαγάνδα  του "μονόδρομου". Ο πολιτικός ρόλος και η δράση της ναζιστικής Χρυσής Αυγής αποτελεί προπομπό ολοκληρωτικών κατευθύνσεων του καθεστώτος και μοχλό πίεσης προς ριζικά αντιδημοκρατικές ρυθμίσεις. Η δήθεν αντισυστημική ρητορεία και η τρομοκρατική πρακτική της παρα-εγκληματικής αυτής οργάνωσης επιδιώκει να παροχετεύσει την οργή των άνεργων και των απελπισμένων σε "εύκολους" αποδιοπομπαίους τράγους, κατά τρόπο πλήρως ανέξοδο για το σύστημα πολιτικής κυριαρχίας. Η Χρυσή Αυγή, με τις πλούσιες διασυνδέσεις στα Σώματα Ασφαλείας, συνιστά έτσι το μακρύ χέρι του συστήματος, δηλαδή το εκκολαπτόμενο νέο παρακράτος.
           
            Από τα δεδομένα που συσσωρεύονται διαρκώς περισσότερο προκύπτει ότι το μπλοκ αυτό, μέσα από τις αναγκαίες κατά περίπτωση βραχύβιες προσαρμογές και παρά τις ποικίλες εσωτερικές διαφοροποιήσεις του θα εξαντλήσει όλα τα μέσα προκειμένου να διατηρήσει την ισχύ του και να αποφύγει την κατάρρευση.
           
            Απέναντι σε αυτό το μπλοκ έχουν αρχίσει να συγκροτούνται οι δυνάμεις της μισθωτής εργασίας, οι άνεργοι, οι νέοι και οι νέες, οι αυτοπασχολούμενοι και οι μικρο-ιδιοκτήτες της πόλης και της υπαίθρου, τα παραδοσιακά και τα νέα μεσοστρώματα, που εξουθενώνονται από την κρίση. Απέναντι στο ίδιο μπλοκ στέκουν τα θεματικά κοινωνικά κινήματα που προσπαθούν να επαναπροσδιορίσουν την ένταξη και τα χαρακτηριστικά τους: το φοιτητικό, το φεμινιστικό, εκείνο της ριζοσπαστικής οικολογίας και αυτά που επιδιώκουν να προστατεύσουν και να εκφράσουν την ιδιαίτερη ταυτότητά τους. Στέκουν ακόμη τα πολύμορφα και ελπιδοφόρα νέα μορφώματα που αναπτύσσονται παντού με άξονα την κοινωνική αλληλεγγύη. Οι προσπάθειες αναγέννησης του συνδικαλιστικού κινήματος και δημιουργίας νέων μορφών συνδικαλιστικής δράσης  και κοινωνικής εκπροσώπησης,ο νέος ακτιβισμός, οι πολύμορφες πρωτοβουλίες που αφορούν κοινωνικούς πειραματισμούς, θεωρητικές αναζητήσεις ή πολιτιστικές δράσεις, όπως ξεπηδούν σε κάθε γειτονιά των πόλεων και σε κάθε γωνιά της χώρας, προσθέτουν τις δικές τους δυνάμεις και συμβάλλουν στον ίδιο αγώνα. Αυτές τις δυνάμεις επιδιώκει να εκπροσωπήσει πολιτικά και να εκφράσει όσο πληρέστερα και επαρκέστερα μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ. Παράλληλα επιδιώκει να ενώσει τη δράση του με τη δράση όλων των δυνάμεων της Αριστεράς που, παρά τις διαφορές τους, καταστατικά τοποθετούνται με βάση τις ίδιες πολιτικές συντεταγμένες.

            Στις συνθήκες αυτής της πόλωσης, οι δυνάμεις που καταγράφονται ιστορικά, με τη μία ή την άλλη ονομασία, ως πολιτικό κέντρο συμπιέζονται ιδιαίτερα. Η συρρίκνωση αυτή τροφοδοτεί εξ αντικειμένου τα δύο μπλοκ αλλά με τρόπους ριζικά ασύμμετρους. Το αστικό μπλοκ τροφοδοτείται όσο καλλιεργεί ιδεολογικά και εμπεδώνει κατασταλτικά τον φόβο σε όλες τις εκδοχές του και ενόσω παρέχει αφειδώς υποσχέσεις. Και μπορεί μεν οι υποσχέσεις να διαψεύδονται με καταιγιστικούς ρυθμούς, αλλά η συστηματική βιοπολιτική διαχείριση του φόβου εδραιώνει την αίσθηση ότι κάθε αγώνας είναι μάταιος και ταυτόχρονα "οπλίζει" με την "υπομονή" που μαθαίνει να ανέχεται ακόμη και τέτοιες συστηματικές διαψεύσεις. Η κυβέρνηση και οι διανοούμενοί της το γνωρίζουν καλά και για αυτό ο φόβος και η διαχείρισή του συνιστά το κυριότερο όπλο τους. Από την άλλη μεριά, οι αριστερές δυνάμεις ούτε υπόσχονται ούτε φοβούνται. Απλώς διεκδικούν αξιοπρέπεια και ζητούν συστράτευση. Και ταυτόχρονα καλλιεργούν τη λελογισμένη ελπίδα και προβάλλουν τη μαχητικότητα γιατί γνωρίζουν ότι εκείνοι που αγωνίζονται έχουν πάντα τη δυνατότητα να οργανώσουν τα του οίκου τους χωρίς άνωθεν κηδεμόνες. Γιατί το συλλογικό φρόνημα που στηρίζεται στο απαραβίαστο της αξιοπρέπειας καθίσταται ακατανίκητη υλική δύναμη.
           
            Δύναμη της ίδιας της Αριστεράς υπήρξε πάντα η καθαρότητα του λόγου της. Σήμερα μάλιστα που οι υποσχέσεις που παρέχουν οι κυβερνητικοί εταίροι, μαζί ή χωριστά, διαψεύδονται σχεδόν πριν διατυπωθούν, η πολυσυλλεκτική ρητορεία των διαφοροποιημένων εξαγγελιών, ανάλογα με το εκάστοτε ακροατήριο, έχει εξαντλήσει κάθε περιθώριο. Οι πολίτες της χώρας που τοποθετούνται στο ιστορικό κέντρο ή παραμένουν συντηρητικοί δεν έχουν ανάγκη έναν στρογγυλεμένο λόγο που θα κολακεύει τον συντηρητισμό τους, δηλαδή θα τους υποτιμά. Έχουν ανάγκη από παρρησία και σαφήνεια: ποια είναι σήμερα η Αριστερά, τι θέλει και πώς επιδιώκει να το πετύχει. Όσο ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ και οι δυνάμεις που στρατεύονται μαζί του διατυπώνει έναν λόγο που αποκαλύπτει και δεν κρύβει, που εξηγεί και δεν συσκοτίζει, που αποσαφηνίζει τι ζητάει τόσο από τον εαυτό του όσο και από τον καθένα και την καθεμιά στους οποίους απευθύνεται, τόσο θα στρατεύει στον αγώνα του τους έντιμους συντηρητικούς πολίτες της χώρας. 

5. Η δράση του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ και τα διδάγματά της  




Μετά τις διπλές εκλογές και ιδιαίτερα μετά τη Συνδιάσκεψη του



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου